Τόμας Βίζερ στην «Κ»: «Το 2015 μερικοί έπαιξαν ένα δαπανηρό παιχνίδι»

Έχοντας πλέον αφήσει τον ρόλο του ως ένας από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της Ευρωζώνης, καθώς υπήρξε από το 2011 μέχρι το 2018 ο επικεφαλής του Euroworking Group, ο Αυστριακός οικονομολόγος Τόμας Βίζερ δίνει την πρώτη του συνέντευξη στην «Κ», απε­λευθερωμέ­νος από οποιονδήποτε θεσμικό ρόλο. Βλέποντας τα πράγματα από απόσταση μιλάει τελείως ανοιχτά για τους λόγους που οδηγήθηκε η Ελλάδα στην κρίση, τα λάθη των θεσμών, το κρίσιμο επτάμηνο του 2015, τον αρνητικό ρόλο που έπαιξαν Αμερικανοί οικονομολόγοι οι οποίοι εξέφραζαν τις απόψεις τους για την ελληνική οικονομία, και το κατά πόσον η Ελλάδα είναι μία χώρα έτοιμη για επενδύσεις. Ο κ. Βίζερ υπήρξε ο απόλυτος γνώστης της ελληνικής κρίσης, καθώς από τη στιγμή που ξέσπασε, ο ίδιος βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της οικονομικής πολιτικής του ευρώ. Παρ’ όλο που όλα αυτά τα χρόνια κινούνταν στο παρασκήνιο, πολλοί που γνωρίζουν τα γρανάζια της Ε.Ε. τον θεωρούν ως τον πιο ισχυρό άνθρωπο των Βρυξελλών, ο οποίος έπαιξε καταλυτικό ρόλο για να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ.

Κοιτώντας πίσω, μπορείτε να εξηγήσετε ποια ήταν τα προβλήματα που οδήγησαν στην ελληνική κρίση και αν μπορούμε να πούμε ότι έχουν λυθεί πλέον έπειτα από τόσα χρόνια μεταρρυθμίσεων;
– Πολλοί πιστεύουν ότι η Ελλάδα ήταν το θύμα μιας κρίσης που είχε τις ρίζες της στη δημοσιονομική σπατάλη και μόνο εκεί. Αλλοι εντοπίζουν τους λόγους στη χαμηλή και φθίνουσα παραγωγικότητα της οικονομίας. Πιστεύω ότι αυτοί είναι σημαντικοί λόγοι, αλλά αποτελούν μόνο τα συμπτώματα και όχι την αιτία. Για μένα η ρίζα της κρίσης ήταν η αδυναμία ή η απροθυμία του πολιτικού συστήματος να εξελιχθεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις του τέλους του 20ού αιώνα. Ο ρόλος της πολιτικής δεν μπορεί να αφήνει φίλους, πελάτες και ομάδες ειδικού ενδιαφέροντος να δεσμεύουν το κράτος έτσι ώστε να επωφελούνται από μια ειδική σχέση. Η κυβέρνηση πρέπει να διασφαλίσει ότι η πρόσβαση στη Δικαιοσύνη, στην εκπαίδευση και στις κοινωνικές υπηρεσίες είναι δίκαιη και εύκολη και πρέπει να χρηματοδοτηθεί με υπεύθυνο και δίκαιο τρόπο. Αυτό δεν συνέβη στην Ελλάδα, και η χώρα οδηγήθηκε στην οικονομική κρίση.

Αυτό έχει αλλάξει; Οκτώ χρόνια προγράμματος έχουν αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δημοσιονομικών ανισορροπιών και πολλά άλλα που σχετίζονται με την ανταγωνιστικότητα και τη λειτουργία της διοίκησης. Αλλά ο στόχος ενός προγράμματος δεν μπορεί να είναι να βουτήξει βαθιά στα πολιτικά και συνταγματικά θεμελιώδη στοιχεία μιας κοινωνίας. Δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα βαθύτερα προβλήματα ενός δικαστικού συστήματος που δεν του επιτρέπεται να λειτουργεί εντελώς ανεξάρτητα ή να ασχοληθεί με θεμελιώδη ζητήματα που έχουν να κάνουν με τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται και λειτουργεί το εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτά είναι θέματα που η κοινωνία πρέπει να λύσει μόνη της, και αυτό γίνεται σε μεγάλο βαθμό μέσω εκλογών. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει προς τη σωστή κατεύθυνση ή προς λάθος κατεύθυνση – αλλά είναι η κατεύθυνση που οι ψηφοφόροι δίνουν στους εκλεγμένους πολιτικούς της. Η αλλαγή αυτών των βασικών στοιχείων μέσω ενός προγράμματος θα ήταν μια διάβρωση της δημοκρατίας.

Ο έντονα ανταγωνιστικός χαρακτήρας της ελληνικής πολιτικής σκηνής δεν έχει αλλάξει αισθητά τα τελευταία οκτώ χρόνια, και αυτό συνήθως οδηγεί σε μία πελατειακή σχέση στην οποία βασίζεται το πολιτικό σύστημα και επηρεάζει τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης και την ανεξαρτησία τους. Θα έλεγα ότι οι συνθήκες για να ξεπεραστούν οι βασικές αιτίες της κρίσης είναι τώρα καλύτερες από ό,τι ήταν πριν από οκτώ χρόνια, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση ιδανικές. Αυτό απαιτεί μια βαθύτερη συζήτηση για το πώς βλέπουν οι Ελληνες το κράτος τους και πώς προσεγγίζει το κράτος τον πολίτη.

Εάν μπορούσατε να γυρίσετε τον χρόνο και να αλλάξετε δύο, τρία πράγματα που οι θεσμοί έκαναν λάθος στην Ελλάδα τα τελευταία οκτώ χρόνια, ποια θα ήταν αυτά;
– Το καλύτερο θα ήταν προφανώς η Ελλάδα να μη χρειαζόταν ένα πρόγραμμα προσαρμογής, αλλά αυτό θα απαιτούσε εντελώς διαφορετικές πολιτικές από τις αρχές του αιώνα και έπειτα, ακόμα και νωρίτερα. Και ειδικά από την τελευταία κυβέρνηση πριν από την κρίση, η οποία, κατά τη γνώση μου, ποτέ δεν ανέλαβε πραγματικά τη συνυπευθυνότητά της.

Δεδομένου ότι η ιστορία εξελίχθηκε όπως εξελίχθηκε, θα ήταν καλύτερα αν είχαμε κάνει από την αρχή μια σημαντική κατανομή των βαρών ή μία αναδιάρθρωση του χρέους. Αλλά εκείνη τη στιγμή υπήρχαν δύο λόγοι για τους οποίους αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί. Πρώτον, βρισκόμασταν στη μέση μιας παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης και μία σημαντική αναδιάρθρωση του χρέους της Ελλάδας θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμα πιο εντυπωσιακές συνέπειες από αυτές της κατάρρευσης της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008. Δεύτερον, το θεσμικό και νομικό πλαίσιο που έχουμε στη διάθεσή μας τώρα δεν ήταν διαθέσιμο εκείνη τη στιγμή. Τέλος, σε έναν ιδανικό κόσμο θα προτιμούσα να ήταν διαφορετικά οργανωμένοι όλοι οι θεσμοί που συμμετέχουν στα προγράμματα, με σαφέστερες ευθύνες, καλύτερο συντονισμό και τον ίδιο στόχο.

– Το 2012 και το 2015 ήταν δύο φορές που αισθανθήκατε ότι ήμασταν κοντά στο Grexit. Πότε νιώσατε πιο έντονα ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα;
– Το 2012 πίστευα έντονα ότι η Ελλάδα πρέπει και θα παραμείνει στην Ευρωζώνη. Αυτό ευτυχώς ήταν και η πίστη της τότε ελληνικής κυβέρνησης. Παρ’ όλο που ήμασταν πολύ καλά προετοιμασμένοι για ένα ενδεχόμενο ατύχημα, το οποίο δεν θα ήταν οικονομικά επιζήμιο μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την Ευρώπη. Ως εκ τούτου, δεδομένης της αρνητικής κατάστασης των αγορών και του χρηματοπιστωτικού συστήματος εκείνη τη χρονική περίοδο πιστεύω ότι αυτό θα είχε αρνητικές επιπτώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.

Το 2015 τα πράγματα ήταν διαφορετικά: Υπήρχαν έντονες απόψεις ορισμένων μελών της ελληνικής κυβέρνησης ότι η Ελλάδα πρέπει να βγει από το ευρώ ή τουλάχιστον συμπεριφέρονταν σαν να ήθελαν να βγει από το ευρώ. Αυτές οι απόψεις ενισχύθηκαν από αρκετούς Αμερικανούς οικονομολόγους που δεν καταλάβαιναν πώς λειτουργεί η Ευρώπη ή μια νομισματική ένωση. Δεδομένης της στρατηγικής τους, όντως ήμασταν πιο κοντά στο Grexit από ό,τι το 2012. Αυτό ήταν ένα πολύ δαπανηρό παιχνίδι που μερικοί άνθρωποι έπαιζαν πίσω από την πλάτη του ελληνικού λαού.

– Πόσο προετοιμασμένοι ήταν οι Ευρωπαίοι για ένα πιθανό Grexit;
– Οπως ανέφερα, είχαμε κάνει όλες τις πιθανές προετοιμασίες από το 2012 και η προετοιμασία αυτή είχε γίνει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια. Δεν θα ήταν ωραίο γεγονός αλλά θα το διαχειριζόμασταν καλά στον βαθμό που αυτά τα θέματα μπορούν να είναι διαχειρίσιμα.

– Πιστεύετε πως ήταν λάθος σας ότι δεν αναγνωρίσατε τις προσπάθειες που έγιναν το 2014 όπως η επίτευξη πρωτογενούς πλεονάσματος που έγινε τότε. Μήπως έπρεπε να είχατε ξεκινήσετε τη συζήτηση σχετικά με την ελάφρυνση του χρέους από τότε;
– Η συμφωνία ήταν αρκετά σαφής: Θα συζητούσαμε την ελάφρυνση του χρέους μόλις ολοκληρωνόταν η πρώτη αξιολόγηση μετά την πιστοποίηση της επίτευξης του πρωτογενούς πλεονάσματος από τη Eurostat. Οι διαπραγματεύσεις με την ελληνική κυβέρνηση για την ολοκλήρωση εκείνης της αξιολόγησης δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, και έτσι οι συνθήκες για μια συμφωνία χρέους δεν υλοποιήθηκαν. Θα ήμασταν έτοιμοι γι’ αυτό.

– Πόσο διαφορετική θα ήταν η ελληνική οικονομία τώρα αν δεν υπήρχαν οι πρώτοι επτά μήνες ατελείωτων διαπραγματεύσεων το 2015; Ποιο ήταν το ονομαστικό κόστος της περιόδου, αλλά και πόσο στοίχισε η απώλεια εμπιστοσύνης και χρόνου;
– Υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις για το κόστος των πρώτων επτά μηνών του 2015. Λαμβάνουν συνήθως υπόψη ότι η μείωση του ΑΕΠ το 2015 θα διαρκέσει πολλά χρόνια για να αποζημιωθεί πλήρως. Ετσι, οι απώλειες εξακολουθούν να συσσωρεύονται, αν θέλετε. Το 2014 πιστεύαμε ότι η Ελλάδα θα διατηρούσε την πρόσβασή της στις αγορές και το 2015 – προφανώς δεν θα είχαν γίνει και οι κεφαλαιακοί έλεγχοι.

Ετσι, λοιπόν, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα το ΑΕΠ να ήταν σήμερα υψηλότερο, το επίπεδο χρέους να ήταν χαμηλότερο και η δημοσιονομική πολιτική θα μπορούσε να είναι πιο χαλαρή απ’ ό,τι χρειάζεται τώρα.

– Από την αρχή του προγράμματος, οι ελληνικές κυβερνήσεις είχαν πρόβλημα με την ανάληψη της ιδιοκτησίας των μεταρρυθμίσεων. Νιώθετε ότι τώρα που η χώρα δεν θα βρίσκεται σε μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, θα τηρήσει τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, χωρίς να κωλυσιεργήσει και να κάνει βήματα πίσω;
– Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε. Η Ελλάδα δεν έκανε ποτέ τη συζήτηση για το ποιοι ήταν οι πραγματικοί λόγοι της κρίσης, όπως έγινε στην Ιρλανδία, αλλά και με κάποιο τρόπο σε όλες τις χώρες που εφαρμόστηκε μνημόνιο. Εφόσον αυτό δεν συμβαίνει, δεν θα υπάρξει πότε πραγματική ιδιοκτησία και οι πολιτικές θα παρουσιάζονται στον κόσμο σαν να έχουν επιβληθεί αναγκαστικά στις απρόθυμες ελληνικές κυβερνήσεις. Η μη συμμόρφωση με τις συμφωνημένες πολιτικές –κάτι το οποίο είδαμε να συμβαίνει και κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων– σίγουρα θα ανησυχήσει τους επενδυτές που κατά τα άλλα φαίνονται αρκετά πρόθυμοι να εμπιστευθούν και να επενδύσουν στην Ελλάδα.

– Πιστεύετε ότι η Ελλάδα μπορεί να επιστρέψει σε κρίση σύντομα όπως λένε αρκετοί και να χρειαστεί ένα νέο δάνειο;
– Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι η Ελλάδα θα χρειαστεί νέο πρόγραμμα. Είμαι σίγουρος ότι οι πολιτικοί γνωρίζουν τι χρειάζεται όσον αφορά τις πολιτικές και την επικοινωνία τους. Η Ελλάδα έχει ωφεληθεί από δύο τεράστιες ελαφρύνσεις του χρέους, αυτή του 2012 και τις ελαφρύνσεις του 2017-2018. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει ελάχιστες αποπληρωμές χρέους και μπορεί με αυτοπεποίθηση να κοιτάξει στο μέλλον, ένα μέλλον που είναι δικό της.

Υπάρχει πρόοδος

– Είναι η Ελλάδα μία χώρα για να επενδύσει κανείς σήμερα; Σε ποιους τομείς πιστεύετε πως οι ελληνικές κυβερνήσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν τα επόμενα χρόνια;
– Η Ελλάδα μπορεί να έχει ένα λαμπρό μέλλον. Θα πρέπει να πείσει τους επενδυτές ότι βρίσκεται στον δρόμο για μία φιλελεύθερη, αξιοκρατική κοινωνία με ένα καλά εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό. Οι επενδυτές πείθονται αν έχουν εμπιστοσύνη σε ένα δικαστικό σύστημα που είναι ανεξάρτητο και γρήγορο και κυρίως αν υπάρχει μια μοντέρνα και λειτουργική δημόσια διοίκηση. Η Ελλάδα έχει κάνει πρόοδο σε αυτούς τους τομείς και πιστεύω ότι οι βελτιώσεις θα συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια. Είναι ξεκάθαρο ότι κάτι τέτοιο δεν γίνεται εν μια νυκτί αλλά αυτά τα πράγματα πρέπει να εξελιχθούν σταθερά.

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία

Πλεονάσματα

Πλεονάσματα
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 21/07/2018 08:00 |
0 0 Google +0 0

Η οικονομική πολιτική είναι η τέχνη της εξασφάλισης με δημόσιες παρεμβάσεις της ισορροπίας ανάμεσα σε διάφορες αντιφατικές δυνάμεις και τάσεις της αγοράς. Οταν π.χ. υπάρχει πληθωριστική πίεση, μπορείς να μειώσεις τα επιτόκια, που σημαίνει ότι περιορίζεται η εισροή κεφαλαίων, οι επενδύσεις και η απασχόληση. «Κρυώνεις» δηλαδή την οικονομία που έχει υπερθερμανθεί. Αλλα μέσα για να καταλήξεις στο ίδιο αποτέλεσμα είναι η μείωση των δημοσίων επενδύσεων, που οδηγεί στον περιορισμό των μεγάλων δημοσίων έργων.
Για χρόνια τώρα ο καπιταλισμός ασχολήθηκε με τη ρύθμιση της αγοράς. Γράφτηκαν εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες, έγιναν σημαντικοί πειραματισμοί. Το κυκλικό κύμα που οδηγεί στην περιοδική ύφεση δεν μπόρεσε να τιθασευτεί. Η συσσώρευση κεφαλαίου έχει τους δικούς της ρυθμούς και επιβάλλει τους δικούς της νόμους.
Στην προσπάθεια να τιθασεύσεις το τέρας της συγκυρίας μπορεί να κάνεις λάθη. Αυτά μπορεί να οδηγήσουν σε δύο καταστάσεις ιδιαίτερα νοσηρές: τον στασιμοπληθωρισμό (stagflation), όταν ο πληθωρισμός αυξάνεται αλλά η οικονομία δεν επωφελείται για να καλύψει την αυξημένη ζήτηση με μεγαλύτερη παραγωγή. Το αντίθετο συμβαίνει όταν οι κρατικές παρεμβάσεις οδηγούν τις τιμές των προϊόντων μιας ενδιαφέρουσας επενδυτικά και από την άποψη του τζίρου αγοράς στο να αντιμετωπίζουν πτωτικό επίπεδο, που σημαίνει τις περισσότερες φορές απαισιοδοξία για το μέλλον της συγκεκριμένης οικονομίας.

Οι λογαριασμοί του κράτους πρέπει να είναι ισορροπημένοι. Αφήνοντας ένα μικρό περιθώριο για ελλείμματα «τριβής», η νομοθεσία της νομισματικής ζώνης του ευρώ όρισε ότι το περιθώριο τέτοιων ελλειμμάτων δεν μπορεί να ξεπερνάει το 3%. Το 3% δεν αποτελεί ένα optimum. Είναι όριο που δεν πρέπει να διαβείς, κόκκινη γραμμή όπως θα έλεγαν οι επαναστάτες του γλυκού νερού που μας κυβερνούν. Οι δυνατές οικονομίες κινούνται πολύ κάτω από αυτό το όριο. Η Γερμανία παραδείγματος χάριν. Οι οικονομίες που έχουν αδυναμίες είτε ισορροπιών εξωτερικού εμπορίου, είτε σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα σπρώχνουν για να υπερβούν αυτό το όριο και η πολιτική εξουσία οφείλει να επεμβαίνει για να καταστείλει αυτήν την τάση.
Οταν για μακρό χρονικό διάστημα το κράτος έχει ελλείμματα που υπερβαίνουν το 3%, δηλαδή ξοδεύει ανεπίτρεπτα περισσότερο από ό,τι εισπράττει από την οικονομία μέσω του φόρου, τότε διογκώνεται το δημόσιο χρέος και η πληρωμή του καθίσταται αβέβαιη.
Το χρέος είναι μη βιώσιμο, η οικονομία όταν έχει εθνικό νόμισμα στη διάθεσή της καταδικάζεται στην υποτίμηση, που είναι ένα είδος χρεοκοπίας και όταν δεν έχει εθνικό νόμισμα επιζεί χάρη στη βοήθεια των μελών της νομισματικής ζώνης στην οποία ανήκει και εισπράττει νουθεσίες και ελέγχους με τη μορφή των Μνημονίων, που συνοδεύουν τις εκταμιεύσεις των συγκεκριμένων ποσών, που εμποδίζουν την άτακτη χρεοκοπία.

Αυτά είναι στοιχειώδεις κανόνες της οικονομίας. Θα ντρεπόμουν που τα γράφω τόσο λεπτομερειακά και διδακτικά αν δεν μας κυβερνούσε η τσογλανοπαρέα που μας κυβερνά. Είναι κάτι χειρότερο από αγράμματοι. Εχω πει επανειλημμένα ότι είναι ημιμαθείς. Δηλαδή είναι αγράμματοι που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. Ετσι σεμνύνονται, γιατί επιτυγχάνουν συνεχώς μεγαλύτερα πλεονάσματα, μεγαλύτερα ακόμα και από τον στόχο των Μνημονίων. Ενα πλεόνασμα που υπερβαίνει το μέτρο (εν προκειμένω το 3%) οδηγεί τη συγκεκριμένη οικονομία στη στασιμότητα και καταδικάζει τους πολίτες στη δουλεία της εξυπηρέτησης ενός χρέους που ουδέποτε μειώνεται, γιατί τρέφεται από τις σάρκες των εργαζομένων και των παραγωγών. Γι’ αυτό και οι κομπασμοί των μουσάτων και των δεσποιναρίων της τσογλανοπαρέας ότι πετυχαίνουν συνεχώς αυξημένο πλεόνασμα σε κάθε προϋπολογισμό είναι όχι μόνο εγκληματικοί αλλά είναι και κάτι αφάνταστα χειρότερο, είναι λάθος.
Με τον κ. Αλέκο Αλαβάνο ουδέποτε συνέπεσα στις πολιτικές απόψεις. Δεν μπορώ να διαφωνήσω όμως μαζί του σε μια ενδιαφέρουσα ιδέα που προτείνει στον δημόσιο διάλογο: το ΚΚΕ άντεξε την πτώση του κομμουνισμού, στη διάλυση της Σοβιετικής Ενωσης και της Γιουγκοσλαβίας. Η τσογλανοπαρέα διασύρει κάθε έννοια Αριστεράς στη χώρα και αυτό ας το έχουν υπόψη τους όσοι θεωρούν λύση για όλα τα δεινά της εποχής την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς. Το μεγάλο δίδαγμα αυτών των εκλογών που έρχονται δεν θα είναι η ήττα του Τσίπρα. Αυτό είναι δεδομένο. Θα είναι δυστυχώς η στροφή προς τα δεξιά της κοινωνίας στο σύνολό της.

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία

Η σκλήρυνση κατά πλάκας δεν φοριέται πια

Η σκλήρυνση κατά πλάκας δεν φοριέται πια
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 27/01/2018 08:00 |
22.5K 28 Google +8 3

Συγγνώμη, πάτε καλά εκεί στο υπουργείο Εργασίας; Αφήσατε έξω από τη λίστα των ανίατων παθήσεων τη Σκλήρυνση Κατά Πλάκας; Διαβάζεις την είδηση και λες είναι fake news, αποκλείεται, δεν γίνεται, δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατόν να παίζει τέτοιο σενάριο.
Τι είναι η σκλήρυνση, συναχάκι ή γρατζουνιά στο γόνατο; Εχετε συνειδητοποιήσει τι κάνατε; Κάτσατε γύρω από ένα τραπέζι και είπατε παιδιά ρίξτε ιδέες τι να αφήσουμε απ’ έξω από τις ανίατες παθήσεις; Την ΣΚΠ βρε. Που άμα πάρεις ένα παυσίπονο και βράσεις κι ένα τίλιο περνάει. Κι άσε τους πάσχοντες να λένε, επίτηδες το κάνουν για να ρίξουν την κυβέρνηση.

Μη σας ταράξουμε αλλά έχετε την παραμικρή ιδέα για τι έγκλημα μιλάμε εδώ; Η ΣΚΠ είναι μια χρόνια διαταραχή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Επηρεάζει τη λειτουργία του εγκεφάλου. Χτυπάει τα οπτικά νεύρα και τον νωτιαίο μυελό, προκαλεί κινητικές διαταραχές. Εμφανίζει προβλήματα στα μάτια, στο σώμα, στη μνήμη, στην προσοχή, στην ψυχολογία. Οι πάσχοντες παλεύουν με την κατάθλιψη, η ποιότητα ζωής φθίνει, η καθημερινότητα είναι ένας παρατεταμένος γολγοθάς, οι οικογενειακές και φιλικές σχέσεις δοκιμάζονται, η αυτονομία του ατόμου περιορίζεται και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια την ακολουθεί. Με αναπηρικό καροτσάκι.
Αρα τι έχουμε εδώ με τους φωστήρες που μπλέξαμε; Την αναθεώρηση του πίνακα που προσδιορίζει τα ποσοστά αναπηρίας μιας ΑΝΙΑΤΗΣ νόσου. Ανίατης λέμε α-νί-α-της: Που σημαίνει δεν θεραπεύεται, δεν γίνεται καλά ο άνθρωπος, δεν περνάει με μερκουροχρώμ το βαβά κι ώσπου θα παντρευτείς θα γιάνει. ΑΝΙΑΤΗ, διεθνώς γνωστό αυτό στους ιατρικούς συλλόγους. Γνωστά αυτά στις επιστημονικές κοινότητες, στους απλούς ανθρώπους, σε σένα, σε μένα, στον διπλανό, στον μπροστινό, σε όλους. Εκτός από σας.
Εκτός από εσάς που δεν το καταλαβαίνετε. Εξού και στέλνετε βασανισμένους ανθρώπους στα Κέντρα Αναπηρίας για να πάρουν μια ρημαδοπιστοποίηση. Κάθε τρία χρόνια τώρα αυτή η τρέλα.

Να πιστοποιείς τι; Το ανίατον της νόσου. Γιατί σε τρία χρόνια – σου λέει το κράτος – μπορεί η Μεγαλόχαρη να κάνει το θαύμα της. Κι εκεί που γίνεσαι περδίκι και χοροπηδάς μάμπο Χιώτης μάμπο, το κρύβεις το Θαύμα για να κλέψεις την κυβέρνηση. Τέτοιος είσαι.
Γράφει η πάσχουσα συνάδελφος και φίλη Κάρυ Γκλεζάκου:
«Οι μπόρες μου αρέσουν γιατί συνήθως περνάνε γρήγορα.
Οχι όμως όλες. Η δική μου μπόρα άλλοτε είναι περιπετειώδης, μουσκεμένη σαν παιδί που τσαλαβουτά σε λάσπες για να παίξει κι άλλοτε μελαγχολική πού απλώς χαζεύει από το κλειστό παράθυρο το πυκνό πέπλο, να στάζει από τον ουρανό με μανία, θολώνοντας για λίγο τον ορίζοντα.
Αυτό σημαίνει για μένα η σκλήρυνση κατά πλάκας…
Ηρθε στη ζωή μου ξαφνικά, ύπουλα. Είκοσι δύο χρόνια ζούσα μαζί της χωρίς κανένας να μπορεί να αντιληφθεί τι έχω.
Προσπάθησε να καταλάβεις ότι ειδικά τα τέσσερα τελευταία χρόνια είναι τα πιο δύσκολα της ζωής μου. Δεν μπορώ να στέκομαι πάντα όρθια και δυνατή.Προσπάθησε να καταλάβεις ότι δακρύζω και μόνο στη σκέψη όλων όσων πέρασα. Δακρύζω στη σκέψη εκείνης της μέρας που είχα το πρώτο σύμπτωμα, όταν τυφλώθηκα κι έπρεπε να πω δελτίο ειδήσεων στο ραδιόφωνο. Δακρύζω όταν γνωρίζω ανθρώπους με αντίστοιχες δυσκολίες, δακρύζω όταν δυσκολεύομαι να μπω στο μπάνιο, γιατί το πόδι μου αρνείται να σηκωθεί. Δακρύζω όταν πρέπει να με κρατάς από το χέρι γιατί έχω κουραστεί.
Δακρύζω όταν πρέπει να σε πάρω τηλέφωνο για να έρθεις να με βοηθήσεις επειδή βγήκα να κάνω ψώνια και ξαφνικά το πόδι μου μούδιασε, δακρύζω όταν ψάχνω στο δρόμο κάτι για να κρατηθώ και να μην πέσω, δακρύζω όταν σε βλέπω να στεναχωριέσαι ακόμα κι αν δεν το δείχνεις.
Δακρύζω και μόνο που γράφω αυτό το κείμενο..
Προσπάθησε να καταλάβεις.
Ισως δεν μπορείς να το καταλάβεις… γι’ αυτό προσπάθησε απλώς να είσαι δίπλα μου, χωρίς να μου δίνεις συμβουλές που ήδη ξέρω. Να είσαι μόνο δίπλα μου…
Οι μπόρες μου αρέσουν γιατί συνήθως περνάνε γρήγορα.
Οχι όμως όλες…
Κι εγώ ακούω ακόμα τα μπουμπουνητά…»

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ

Ολοι ήξεραν, αλλά κανείς δεν ήθελε να ακούσει

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 29.01.2018
Γιώργος Προβόπουλος:

voylh-epitro–2
«Στην Ελλάδα ποιος ξέρει το έλλειμμα; Μόνο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος; Είναι αστείο να το λέμε αυτό. Το έλλειμμα το ξέρει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους – τριακόσιοι άνθρωποι. Η στατιστική αρχή – άλλοι διακόσιοι. Η ΤτΕ, το ένα κομμάτι το ταμειακό – άλλα πενήντα στελέχη. Και ρωτώ εγώ: Στην ομάδα του Παπανδρέου ήταν τότε πρόσωπα με μεγάλη πείρα στα υπουργεία και στις τράπεζες. Αυτοί δεν ήξεραν πού πήγαινε το έλλειμμα;» λέει ο πρώην διοικητής της ΤτΕ, Γιώργος Προβόπουλος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Η συζήτηση αυτή «μυρίζει μούχλα». Ή τουλάχιστον έτσι νομίζει ο Γιώργος Προβόπουλος. Ο μοναδικός από τους παράγοντες της οικονομίας που βρέθηκε σταθερά σε θέση ευθύνης στην πρώτη φάση της ελληνικής κρίσης –από τον Ιούνιο του 2008 έως τον Ιούνιο του 2014– δεν θέλει να μιλάει συνέχεια για το «μουχλιασμένο» παρελθόν. H συζήτηση αυτή, λέει, όπως γίνεται –«για να επιρρίψει ευθύνες ο ένας στον άλλον»– δεν έχει αξία. Θα είχε αξία μόνο αν γινόταν με το βλέμμα στο μέλλον. «Επειτα από τρία μνημόνια ξέρουν ο μέσος Eλληνας και ο μέσος πολιτικός ποιο είναι το πρόβλημα; Γιατί η χώρα βούλιαξε;», αναρωτιέται.

Τα ερωτήματα, όμως, για το annus horribilis –το τρομερό έτος 2009– διαρκώς αναζωπυρώνονται. Τελευταίες αφορμές ήταν ένα βιβλίο –του πρώην υπουργού Οικονομικών Γιάννη Παπαθανασίου– και μία έκθεση: Η εσωτερική έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος με ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 2009, που δημοσίευσε στις 7 Ιανουαρίου η «Καθημερινή», που οι αναλυτές της τράπεζας διαπίστωναν «πρωτοφανή δημοσιονομικό εκτροχιασμό». Αυτή η έκθεση αποτέλεσε και τη θρυαλλίδα για μια μακρά συζήτηση με τον πρώην διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.

– Hταν η εσωτερική έκθεση της ΤτΕ που είχε ως παραλήπτη εσάς, ένας συναγερμός που τελικώς δεν ακούστηκε προς τα έξω;

– Συγγνώμη, στις 9 Οκτωβρίου 2009 (σ.σ. η έκθεση έχει ημερομηνία 6/10) πήγα στο υπουργείο Οικονομικών και δήλωσα on camera την ουσία αυτής της έκθεσης: Είπα ότι το ταμειακό έλλειμμα ήταν 10% και όδευε προς το 12%. Πού είναι λοιπόν η αποκάλυψη;

– Εσείς πότε θορυβηθήκατε και είπατε ότι εδώ έχουμε μια κατάσταση που μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνη;

– Ο θόρυβος ξεκίνησε κυρίως από τον Σεπτέμβριο του 2008 – όταν έσκασε η Lehman. Οταν ξεσπάσει μια κρίση, ο πρώτος που παίρνει τα απόνερα είναι ο πιο αδύναμος. Και ήταν σαφές ότι με τις παθογένειες που κουβαλούσε η Ελλάδα ήταν ο πιο αδύναμος κρίκος. Κυρίως διότι ήταν μια χώρα που δεν είχε ανταγωνιστικότητα. Ο Τρισέ που ήταν τότε πρόεδρος της ΕΚΤ, όταν πήγαινε στα Eurogroup, ήδη από τα χρόνια προ κρίσης, είχε πάντα ένα διάγραμμα που έδειχνε πώς εξελίσσεται το λεγόμενο Unit Labor Cost (κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος). Από τον δείκτη αυτό προέκυπτε ότι η Ελλάδα έχανε ανταγωνιστικότητα. Τι μετράει το ULC; Μετράει πόσο αυξάνεται το κόστος εργασίας αλλά σε σχέση με την παραγωγικότητα. Η χώρα ξεγελούσε τις αγορές, λόγω ευρώ, και μας δάνειζαν. Μετά τη Lehman, η συνειδητοποίηση του ρίσκου, έκανε τις αγορές να ψάχνουν ποια χώρα είναι σοβαρή και ποια δεν είναι. Τους πρώτους μήνες του 2009 τα σπρεντ είχαν φτάσει 350.

– Εσωτερικά αυτή η αλλαγή πώς είχε εκτιμηθεί; Η ΤτΕ ποια κουμπάκια είχε πατήσει;

– Ο κεντρικός τραπεζίτης πρέπει να έχει μια ψύχραιμη φωνή. Ούτε δημοσιογράφος είναι ούτε πολιτικός. Τα κανάλια μέσα από τα οποία περνάει τη γνώμη του είναι η ετήσια έκθεση και δύο φορές τον χρόνο η νομισματική έκθεση. Οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν συνηθίζουν να μιλούν πολύ – σε αντίθεση με αυτό που βλέπουμε τώρα. Η φωνή σου δεν ακούγεται όταν βγαίνεις κάθε μέρα και κάνεις μια δήλωση. Σε όλες τις εκθέσεις λοιπόν αναδεικνύαμε τα παθογενή στοιχεία, βασικότερο εκ των οποίων ήταν το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών. Από το 2001 μέχρι το 2008 η χώρα είχε χάσει το 25% της ανταγωνιστικότητάς της. Η άλλη μεγάλη παθογένεια, εξαιρετικά επώδυνη, ήταν το χρέος από το Ασφαλιστικό. Το 2009 που το ΔΝΤ έκανε μια έκθεση για την Ελλάδα, σε ένα παράρτημα που είχε επιμεληθεί ο Τράα με τη Βελκουλέσκου…

– Ναι, το είχατε πει αυτό, ότι ο Τράα είχε εκτιμήσει το χρέος στο 800% του ΑΕΠ…

– Ναι. Οχι όμως εκείνη τη στιγμή. Αυτοί είχαν υπολογίσει, με βάση τα δημογραφικά δεδομένα, τι εισφορές θα εισέπραττε στο μέλλον το ασφαλιστικό σύστημα και τι συντάξεις θα πλήρωνε. Με αυτές τις παραμέτρους υπολόγισαν ότι το χρέος το 2060 θα έφτανε 800% –προσθέτοντας τον δανεισμό του κράτους, των ΟΤΑ, των ΔΕΚΟ.

– Είχατε πει ότι «παρακαλέσαμε τότε τον Τράα να μη δημοσιεύσει τη μελέτη του γιατί θα γινόταν χαμός».

– Ναι, διότι θα πτώχευε την άλλη μέρα το κράτος.

– Ποιοι τον παρακαλέσατε; Το ήξερε η κυβέρνηση;

– Το ήξερε. Ολος ο κόσμος το ήξερε. Με κατηγόρησαν ότι το κρύψαμε. Μα, από τότε η έκθεση είχε αναρτηθεί στο site του Ταμείου. Και λοιπόν; Το πρόσεξε κανείς; Ολοι είχαν επαναπαυθεί στο βολικό σενάριο ότι η χώρα θα απολάμβανε χαμηλά επιτόκια εσαεί. Αυτό ήταν το όνειρο που λιγάκι τους χάλασα.

– Εχει γίνει πολλή κουβέντα πότε ο Προβόπουλος ενημέρωσε τον έναν ή τον άλλον. Πρώτη φορά μιλάτε δημοσίως για διψήφιο έλλειμμα ανήμερα τις εκλογές, στις 4 Οκτωβρίου 2009, στην Κωνσταντινούπολη, αν δεν κάνω λάθος…

– Δεν μπορείς να κάνεις πρόβλεψη (για το έλλειμμα), ας πούμε, στις αρχές του έτους, γιατί δεν ξέρεις τι πολιτικές θα ακολουθηθούν. Ούτε και στα μέσα της χρονιάς. Στα δελτία οικονομικής συγκυρίας που βγάλαμε τον Ιούνιο λέγαμε…

– Οτι είναι στο 7%.

– Ναι. Αλλά το πού θα πάει το έλλειμμα στο τέλος της χρονιάς η τράπεζα δεν το ξέρει. Η ΤτΕ ξέρει το ταμειακό έλλειμμα του κράτους γιατί είναι ο ταμίας του – το κράτος εισπράττει και πληρώνει μέσω της κεντρικής τράπεζας. Δεν ξέρει, όμως, το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης. Δεν ξέρει τους λογαριασμούς των ΟΤΑ ή των ασφαλιστικών ταμείων.

– Και στο κομμάτι τού ποιους ενημερώσατε τότε…

– Ολοι ενημερώθηκαν. Αλλά εγώ θέλω να το ρωτήσω το εξής –που είναι και το παράπονό μου, επειδή δεν το ρωτάει κανείς. Στην Ελλάδα ποιος ξέρει το έλλειμμα; Μόνο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος; Είναι αστείο να το λέμε αυτό. Το έλλειμμα το ξέρει το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους – τριακόσιοι άνθρωποι. Η στατιστική αρχή – άλλοι διακόσιοι. Η ΤτΕ, το ένα κομμάτι το ταμειακό – άλλα πενήντα στελέχη. Και ρωτώ εγώ: Στην ομάδα του Παπανδρέου ήταν τότε πρόσωπα με μεγάλη πείρα στα υπουργεία και στις τράπεζες. Αυτοί δεν ήξεραν πού πήγαινε το έλλειμμα; Κι αν δεν ήξεραν, πώς ο Παπανδρέου μιλούσε τότε ως αντιπολίτευση για εκτροχιασμό; Από πού το έβγαζε; Κι αφού μιλούσε για εκτροχιασμό, όλοι αυτοί οι άνθρωποι συμβούλευσαν τον Παπανδρέου να κάνει τελικά ένα πρόγραμμα λάθος, με επεκτατική δημοσιονομική πολιτική; Είναι δυνατόν να λένε ότι μόνο ένας άνθρωπος στην Ελλάδα κατέχει την αλήθεια για το έλλειμμα;

– Οι προβολείς έπεσαν σ’ εσας γιατί εσείς ήσασταν ο μόνος παράγοντας συνέχειας του κράτους στον τομέα της οικονομίας, ιδίως στην Ελλάδα που φεύγει ο ένας υπουργός και στον επόμενο δεν αφήνει…

– Επαναλαμβάνω. Ολα τα κόμματα εξουσίας είχαν ανθρώπους στις υπηρεσίες. Δεν μάθαιναν την κατάσταση; Ας πούμε ότι δεν τη μάθαιναν. Εβλεπαν τα δελτία οικονομικής συγκυρίας και το ταμειακό έλλειμμα. Το βγάζαμε κάθε μήνα. Κάθε μήνα! Ε, τι άλλο; Επρεπε να βγούμε με την ντουντούκα να βροντοφωνάζουμε;

– Πάντως και ιδιωτικά τους είχατε ενημερώσει. Στις 2 Σεπτεμβρίου είδατε τον Καραμανλή. Και στις 8 τον Παπανδρέου και το επιτελείο του. Η ενημέρωση που είχαν από σας ποια ήταν;

– (Τους είπα) ποιο ήταν το έλλειμμα με βάση στοιχεία Ιουλίου – δεν θυμάμαι αν είχαμε και του Αυγούστου. Ηταν 8% στο οκτάμηνο.

– Η ατμόσφαιρα αυτών των συναντήσεων ήταν δραματική ή ήταν συναντήσεις ρουτίνας που απλώς τους είπατε ότι δεν πάμε καλά;

– Ειδικά με τον Παπανδρέου ήταν… «πάμε στο επόμενο θέμα, στην πράσινη ανάπτυξη». Ομως, εγώ τα έλεγα και δημοσίως. Στις 18 Σεπτεμβρίου βγήκε το δελτίο οικονομικής συγκυρίας από το οποίο προέκυπτε ότι το ταμειακό έλλειμμα του οκταμήνου ήταν 8%. Πάρε τις εφημερίδες της 19ης Σεπτεμβρίου. Είχαν πρώτο θέμα «Δημοσιονομικός εκτροχιασμός». Δώδεκα ημέρες πριν από τις εκλογές. Ολοι ήξεραν, αλλά δεν ήθελαν να ακούσουν. Τους χαλούσε το πάρτι. Και ειδικά στην τότε αντιπολίτευση που έταζε.

– Δύο ημέρες πριν από τις εκλογές η κυβέρνηση της Ν.Δ. έστελνε στην Κομισιόν την πρόβλεψή της ότι το έλλειμμα του 2009 θα έκλεινε στο 6%. Αυτό δεν ήταν ήδη εκτός πραγματικότητας;

– Εγώ δεν το ήξερα αυτό. Το διάβασα εκ των υστέρων.

– Μπορεί τέτοια απόκλιση να είναι από λάθος;

– Δεν θέλω να το σχολιάσω, γιατί δεν το ξέρω. Αλλά όταν θέλεις να σου πω πώς θα κλείσεις τον χρόνο, πρέπει να μου πεις τι θα ξοδέψεις τους τρεις τελευταίους μήνες. Ολοι έλεγαν ότι η νέα κυβέρνηση ήταν υποχρεωμένη να αρχίσει να μαζεύει. Δεν μάζεψε. Ξόδευε κι άλλο. Οταν επισκέφθηκα στις 9 Οκτωβρίου τον νέο υπουργό Οικονομικών, είπα ότι το ταμειακό έλλειμμα ήταν 10% και με τη φόρα που είχαν τα πράγματα, αν δεν λαμβάνονταν σοβαρά και επείγοντα μέτρα, το έλλειμμα θα ξεπερνούσε το 12%. Τέτοια μέτρα δεν ελήφθησαν. Γι’ αυτό και άρχισαν πάλι να ανεβαίνουν τα σπρεντ.

– Λέτε, δηλαδή, ότι θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί η αδυναμία δανεισμού αν, ας πούμε, είχαν ληφθεί μέτρα τον Οκτώβριο;

– Αν είχαν ληφθεί σοβαρά μέτρα, η χώρα θα μπορούσε να δανείζεται για κάποιο διάστημα ακόμη. Αλλά το μνημόνιο δεν θα το αποφεύγαμε. Οταν επί οκτώ χρόνια έρχονται οι δανειστές και μας υπαγορεύουν τι πρέπει να κάνουμε κι εμείς αρνούμαστε πεισματικά, πώς θα μπορούσε μια κυβέρνηση να τα κάνει όλα εκείνα τα επώδυνα, και μάλιστα με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις απέναντι;

«Επειτα από τρία μνημόνια, έχουμε αλλάξει μυαλά;»

– Υπάρχει ακόμη διχογνωμία για τα στοιχειώδη. Εσείς πιστεύετε ότι ο Γεωργίου έκανε καλά τη δουλειά του;

– Ο Γεωργίου ανέλαβε τον Αύγουστο του 2010 όταν ήδη είχαν γίνει οι καταγραφές των στοιχείων για το 2009.

– Ναι. Μιλάμε για την αναθεώρηση από το 13,6% στο 15,4%.

– Εγώ δεν ξέρω αν έκανε καλά τη δουλειά του. Αυτό όμως που ξέρω, είναι ότι ανέλαβε αργά. Και, δεύτερον, ότι ενεπλάκη η ίδια η Eurostat.

– Ανεξαρτήτως προσώπων, εσείς πιστεύετε ότι η στατιστική αποτύπωση του 2009 ήταν προβληματική;

– Δεν το ξέρω. Οπως είπα, ενεπλάκη η ίδια η Eurostat, η οποία ήταν –ας το πούμε έτσι– πολύ θυμωμένη με αυτά που είχαν προηγηθεί. Και της δόθηκε άπλετος χώρος να πει «τι κάνετε; Θα έρθω εγώ να εποπτεύσω επιτόπου». Και ήρθε και είδε επιτόπου. Κι εκεί βέβαια ίσως το παράκανε. Οχι ότι πήγε κόντρα στους κανονισμούς.

– Αρα, ορθά συνυπολογίστηκαν στο έλλειμμα οι ΔΕΚΟ;

– Βεβαίως. Αλλά όταν μπαίνουν για πρώτη φορά, αλλάζουν το τοπίο.

– Υπάρχει λόγος να αμφισβητούνται τα στοιχεία;

– Εγώ δεν έχω λόγο να τα αμφισβητώ. Αλλά δεν μπορώ να ξέρω τι έκανε ο διοικητής της ΕΛΣΤΑΤ. Είναι σαν να μου λέτε, δώσε ένα πιστοποιητικό στον σεφ ότι έχει μαγειρέψει καλά. Είναι δουλειά μου; Πώς μπορώ να το κάνω εγώ αυτό το πράγμα;

– Επιμένω, γιατί συντηρείται μια συζήτηση για το αν η κατάσταση ήταν όντως σοβαρή ή παρουσιάστηκε σοβαρότερη απ’ ό,τι ήταν;

– Είτε είχαμε έλλειμμα 15,5% είτε είχαμε 13%, η κατάσταση ήταν πολύ σοβαρή. Τώρα παίζουμε με τους αριθμούς; Δηλαδή, οι δύο μονάδες μας έριξαν έξω; Αυτά είναι περί όνου σκιάς. Απλώς, είναι κακό να θέλει να επιρρίψει τις ευθύνες ο ένας στον άλλο. Ολοι είμαστε συνυπεύθυνοι. Οταν θέλουμε η κόρη μας ή ο γιος μας να πάει να δουλέψει με ρουσφέτι στο Δημόσιο· κι όταν θέλουμε να μην πληρώσουμε τον φόρο μας· κι όταν κάνουμε την παρανομία στην πολεοδομία και παίρνουμε τον πολιτικό να μας γλιτώσει. Ολα αυτά μεταφράζονται σε χρέη και ελλείμματα. Και έχουν πολιτισμικό υπόβαθρο.

Στη Φρανκφούρτη οι συνεδριάσεις ήταν την Πέμπτη. Τετάρτη βράδυ είχαμε δείπνο μόνο οι διοικητές (των κεντρικών τραπεζών). Εκεί μιλούσαμε πολύ πιο ελεύθερα. Η Ελλάδα ήταν μονίμως θέμα.

– Για ποια εποχή μιλάμε;

– Μιλάμε για τα τέλη του 2009 και αργότερα. Αρκετές φορές, λοιπόν, ο Τρισέ μόλις τελείωνε η κουβέντα για την Ελλάδα γύριζε σε μένα και μου έλεγε κουνώντας το κεφάλι, το θυμάμαι σαν τώρα: «George, the greek problem is a cultural one». Είχε δίκιο. Γιατί όλες αυτές οι παθογένειες που συζητάμε αναδεικνύουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Τη νοοτροπία. Την κουλτούρα. Και γι’ αυτό οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι οι πιο δύσκολες. Γιατί πάνε κόντρα στη νοοτροπία. Στα μυαλά. Για να δούμε το μέλλον πού πάει πρέπει να ρωτήσουμε, πώς άλλαξαν αυτά τα μυαλά έπειτα από τρία μνημόνια; Αλλαξαν πολύ;

– Εσείς δεν συμφωνείτε με αυτό που λέει τώρα η αντιπολίτευση, ότι στο τέλος του 2014 ήμασταν πολύ κοντά στην έξοδο και εκεί προκλήθηκε μετά τις εκλογές μια δευτερογενής κρίση που μας πήγε χρόνια πίσω;

– Ναι. Συμφωνώ με αυτό. Αλλά δεν θα είχαμε ανάπτυξη. Θα είχαμε απλώς ανάκαμψη. Οι νοοτροπίες δεν έχουν αλλάξει. Ή, για να μη γίνομαι υπερβολικός, έχουν αλλάξει, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό.

– Κοιτώντας πίσω, εσείς θα κάνατε κάτι διαφορετικά;

– Με έχει απασχολήσει πολλές φορές. Μόνο ο Θεός δεν κάνει λάθη – αν υπάρχει. Αλλά ποτέ δεν έχω δει κάτι που εκ των υστέρων πιστεύω ότι θα το έκανα αλλιώτικα.

Οι συναντήσεις

Ο Γ. Προβόπουλος αποκαλύπτει ότι το πρώτο επτάμηνο του 2009 είχε διαδοχικές κατ’ ιδίαν επαφές με ηγετικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ, που τότε προέβαλλε ως βέβαιος νικητής των επόμενων εκλογών. «Είχα καλέσει σε γεύματα στην ΤτΕ κορυφαία στελέχη του κόμματος. Θυμάμαι σε όλες αυτές τις συζητήσεις, όταν εγώ περιέγραφα τον κίνδυνο να χτυπήσουμε στα βράχια, κανείς δεν το πίστευε. Τους πήρε πολύ καιρό να καταλάβουν», λέει. Ο ίδιος θεωρεί ως επίτευγμα της θητείας του ότι διατηρήθηκε μέσα σε πρωτοφανείς συνθήκες η χρηματοπιστωτική σταθερότητα. «Κλείσαμε συνολικά 19 τράπεζες. Και δεν άνοιξε μύτη. Οι καταθέτες δεν έχασαν χρήματα. Τα ομόλογα κουρεύτηκαν. Οι μετοχές έχασαν το 95% της αξίας τους. Τα ακίνητα είναι κάτω 55% με 60%. Το μόνο περιουσιακό στοιχείο που δεν έχασε τίποτε, ήταν οι καταθέσεις.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΤΣΙΝΤΣΙΝΗΣ Καθημερινή

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία

Το τεχνολογικό χάσμα, σημαντικότερο και από την κρίση

Αποψη: Το τεχνολογικό χάσμα, σημαντικότερο και από την κρίση
Στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, εταιρείες όπως η Amazon έχουν ανατρέψει τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς και έχουν δημιουργήσει καινούργια επιχειρηματικά μοντέλα. Πολίτες σε αυτές τις χώρες έχουν μειώσει σημαντικά τις αγορές τους από τα καταστήματα και η πρώτη τους σκέψη είναι η αγορά μέσω Ιντερνετ. Σε πολλές πόλεις η παραγγελία σου από την Amazon παραδίδεται όχι μόνο την ίδια μέρα, αλλά και μέσα σε μία ώρα.

Η ​​τεχνολογία αλλάζει ολοένα και περισσότερο την καθημερινότητά μας και είναι σημαντικός παράγοντας για τη δυναμική μιας οικονομίας. H πρόσφατη ετήσια έρευνα του IMD κατατάσσει τις χώρες με βάση την ψηφιακή τους ανταγωνιστικότητα και επισημαίνει την άμεση σύνδεση του συγκεκριμένου δείκτη με τη συνολική ανταγωνιστικότητα μιας χώρας.

Στη συγκεκριμένη έρευνα, βλέπουμε δυστυχώς τη χώρα μας να πέφτει από την 44η θέση το 2013 στην 50ή το 2017. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η διαφορά είναι μικρή, αλλά θα πρέπει να παρατηρήσει ότι μέσα στο ίδιο διάστημα η γειτονική Βουλγαρία ανέβηκε από την 55η θέση το 2013 στην 45η το 2017. Το ανησυχητικό είναι ότι στο διάστημα αυτό η Ελλάδα έπεσε από την 41η θέση στην 51η θέση όσον αναφορά τον επιμέρους δείκτη της σχετικής Γνώσης που αποτυπώνει τις ικανότητες του ανθρώπινου δυναμικού, όπως εκπαίδευση, επένδυση και παραγωγή γνώσης για την ψηφιακή μεταρρύθμιση της οικονομίας.

Στο ίδιο διάστημα η γείτονα χώρα έκανε άλμα από την 55η θέση στην 41η. Αυτή η σύγκριση θα πρέπει να μας βοηθήσει να καταλάβουμε ότι παρόλο που νιώθουμε ότι η τεχνολογία έχει επιφέρει αλλαγές στη ζωή μας, οι αλλαγές αυτές είναι πολύ πιο γρήγορες και σημαντικές σε άλλες χώρες που πολλές φορές άδικα μπορεί και να υποτιμούμε.

Η Ελλάδα της κρίσης υποχωρεί ίσως στον σημαντικότερο δείκτη που θα μπορούσε να την οδηγήσει σε ριζική αλλαγή και αναδόμηση της οικονομίας της: την τεχνολογική ετοιμότητα και τεχνογνωσία.

Στην αγορά αυτό είναι φανερό με πολλαπλούς τρόπους. Από τη μια, το να βρει στελέχη που να έχουν τις κατάλληλες γνώσεις και εμπειρίες (π.χ. προγραμματιστές) δεν είναι όσο εύκολο ήταν πριν από μερικά χρόνια – ακούει συχνά κανείς ότι πολλοί έχουν μεταναστεύσει ή, και αν δεν έχουν μεταναστεύσει, βρίσκονται στην Ελλάδα αλλά εργάζονται για εταιρείες του εξωτερικού. Από την άλλη, εταιρείες που αλλάζουν ριζικά στο πώς λειτουργούν οι νέες οικονομίες δεν έχουν το ίδιο επίπεδο παρουσίας.

Για παράδειγμα, στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, εταιρείες όπως η Amazon έχουν ανατρέψει τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς και έχουν δημιουργήσει καινούργια επιχειρηματικά μοντέλα. Πολίτες σε αυτές τις χώρες έχουν μειώσει σημαντικά τις αγορές τους από τα καταστήματα και η πρώτη τους σκέψη είναι η αγορά μέσω Ιντερνετ. Σε πολλές πόλεις η παραγγελία σου από την Amazon παραδίδεται όχι μόνο την ίδια μέρα, αλλά και μέσα σε μια ώρα.

Πέρα από την ευκολία και την εξοικονόμηση χρόνου, ο πολίτης σε αυτές τις χώρες αντιλαμβάνεται ότι το παλιό μοντέλο λιανικής με φυσικά καταστήματα πεθαίνει.

Ενώ η Uber έχει προβλήματα και σε άλλες χώρες, ο ανταγωνισμός στον συγκεκριμένο τομέα έχει ανατρέψει τα δεδομένα και απλές τοπικές εταιρείες ταξί στο εξωτερικό έχουν τις δικές τους εφαρμογές (applications) παρέχοντας αντίστοιχες υπηρεσίες. Στη χώρα μας υπάρχει ακόμη αντίσταση στην ιδέα ότι οι πελάτες μπορεί να έχουν τη δυνατότητα να βαθμολογούν τις υπηρεσίες ταξί που τους παρέχονται. Τέτοιες αντιδράσεις οδηγούν σε πολιτικές που σχετίζονται με την απαγόρευση της λειτουργίας τεχνολογικά προηγμένων λύσεων που ανατρέπουν το status quo.

Με την έλλειψη αντίστοιχων εμπειριών που θέτουν την τεχνολογία πολύ πιο ενεργά στην καθημερινότητα, ο νέος επιχειρηματίας στη χώρα μας μπορεί να μην αντιλαμβάνεται εύκολα το πώς λειτουργούν άλλες σημαντικές αγορές. Ετσι μειώνονται οι πιθανότητες για τη δημιουργία νέων επιχειρηματικών μοντέλων με διεθνή απήχηση.

Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν χρειαζόμαστε άλλον ένα φούρνο ή σουβλακερί και ότι ο κόσμος γύρω μας αλλάζει γρήγορα. Ο ξένος επενδυτής που δεν αναζητά τον ήλιο και τη θάλασσα, γιατί να επενδύσει σε μια χώρα που τεχνολογικά υποχωρεί σε σχέση με άλλες; Αν κανείς προσθέσει και το δυσανάλογο κόστος εργασίας (λόγω υπέρογκων εισφορών), ποιο είναι το πλεονέκτημα που προσφέρουμε για την προσέλκυση κεφαλαίων; Ενώ ένα σημαντικό μέρος του τεχνολογικά καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού μας έχει φύγει, ολοένα περισσότεροι νέοι βλέπουν το εξωτερικό σαν αυτονόητο βήμα για το ξεκίνημα της καριέρας τους.

Αν η έρευνα και η καινοτομία με σκοπό τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας δεν περάσουν ουσιαστικά στην αντίληψη όλων, πολύ φοβάμαι ότι το τεχνολογικό κενό της χώρας θα μεγαλώνει και μαζί του θα απομακρύνεται κάθε πιθανότητα για ουσιαστική ανάπτυξη.

Οι ολοένα χαμηλότεροι μισθοί που ανακοινώνονται και πολύ συχνά συγκρίνουμε με τους μισθούς σε γειτονικές μας χώρες, είναι πολύ απλά αποτέλεσμα της χαμηλής μας ανταγωνιστικότητας, που παρεμπιπτόντως είναι 8 θέσεις χαμηλότερη από αυτήν της Βουλγαρίας στην παγκόσμια κατάταξη, σύμφωνα με την έκθεση ανταγωνιστικότητας του IMD (Ελλάδα 57η θέση, Βουλγαρία 49η). Ευτυχώς, υπάρχουν και λαμπροί κομήτες όπως εταιρείες σαν την Innoetics και την Taxi Beat, που η εξαγορά τους μας θυμίζει ότι είμαστε ικανοί για την ανάπτυξη νέων εγχειρημάτων που βασίζονται σε νέες τεχνολογίες.

Χρειαζόμαστε επειγόντως ένα οικονομικό περιβάλλον που θα μπορεί να δημιουργεί και να κερδίζει από αστέρια που θα θέλουν να παραμείνουν στον γαλάζιο ελληνικό ουρανό που αυτήν τη στιγμή παραμένει συννεφιασμένος.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΘΕΟΧΑΡΑΚΗΣ*
* Ο κ. Βασίλειος Θεοχαράκης Ph.D. είναι Reader in Marketing & Entrepreneurship, Director of MBA & Executive Programmes Sheffield University Management School.

Έντυπη

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία

Καθολικότητα ή επιλεκτικότητα;

Παροχές
Καθολικότητα ή επιλεκτικότητα;
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 20/01/2018 08:00 |
6 0 Google +0 0

Το άρθρο αυτό δεν ασχολείται με την τρέχουσα κυβερνητική ή αντιπολιτευτική φορολογική πολιτική. Προσπαθεί να εξετάσει τις διάφορες διαμάχες πάνω στον τρόπο που πρέπει να παρέχονται τα δημόσια αγαθά στο πλαίσιο της τωρινής παγκοσμιοποίησης. Το παραπάνω πρόβλημα σχετίζεται με τα όρια του κράτους πρόνοιας στις οικονομίες και κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας. Το κοινωνικό κράτος, όπως λειτουργεί σήμερα, αδυνατεί να παράσχει στους πολίτες τις υπηρεσίες που οι τελευταίοι απαιτούν από αυτό. Η ζήτηση για ποιοτικού χαρακτήρα κοινωνικές υπηρεσίες ξεπερνά κατά πολύ την προσφορά. Παίρνοντας την υγεία ως παράδειγμα, στις ανεπτυγμένες χώρες η ραγδαία γήρανση του πληθυσμού σε συνδυασμό με την ανάπτυξη πολυδάπανων ιατρικών τεχνολογιών κάνει κυριολεκτικά αδύνατη τη διαιώνιση ενός συστήματος που έχει σκοπό την παροχή δωρεάν υπηρεσιών σε όλους τους πολίτες – φτωχούς και πλούσιους. Νομίζω ότι το πρόβλημα της αδυναμίας του κράτους πρόνοιας να ανταποκριθεί στη γεωμετρικά αυξάνουσα ζήτηση δεν αμφισβητείται από κανέναν σοβαρό ερευνητή. Ξεκινώντας από αυτή τη διαπίστωση τρεις είναι οι βασικές λύσεις που προτείνονται για το ξεπέρασμα του σημερινού αδιεξόδου.

Ποιες είναι οι θέσεις της παραδοσιακής Αριστεράς

Η παραδοσιακή Αριστερά υποστηρίζει την αρχή της καθολικότητας των κοινωνικών παροχών, δηλαδή την ιδέα πως πρέπει, σε ό,τι αφορά τα δημόσια αγαθά, να προσφέρονται δωρεάν σε όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως οικονομικής ισχύος. Είναι η αρχή πάνω στην οποία θεμελιώθηκε το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας και στην οποία πρέπει να στηριχθεί κάθε κοινωνική μεταρρύθμιση. Ξεκινώντας από αυτή τη θέση, ο μόνος τρόπος υπέρβασης του σημερινού κοινωνικού αδιεξόδου είναι η αύξηση των φόρων. Μόνο με μια ριζική αύξηση της φορολογίας θα μπορέσει το καθολικά προσανατολισμένο κράτος πρόνοιας να επιβιώσει.
Η παραπάνω λύση όμως έχει δύο βασικές αδυναμίες. Πρώτον, διαιωνίζει ένα σύστημα παροχών που είναι εξαιρετικά άδικο. Οπως πολλές εμπειρικές μελέτες έχουν δείξει, η μερίδα του λέοντος των κοινωνικών πόρων στο καθολικά προσανατολισμένο κράτος πρόνοιας πηγαίνει κυρίως στις μεσαίες, σχετικά εύπορες τάξεις και όχι στο περιθωριοποιημένο 1/3 του πληθυσμού που τους έχει περισσότερο ανάγκη. Δεύτερον, η αύξηση της φορολογίας (μέσα στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που κυριαρχεί αυτή τη στιγμή) αποθαρρύνει τις επενδύσεις, μειώνει την παραγωγικότητα της οικονομίας και οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στο αντίθετο από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα: αντί να αυξήσει, μειώνει τα κρατικά έσοδα.

Η νεοφιλελεύθερη άποψη

Η νεοφιλελεύθερη στρατηγική για το ξεπέρασμα του σημερινού αδιεξόδου είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτή που προτείνει η συμβατική Αριστερά. Κατά τη νεοφιλελεύθερη άποψη, το κοινωνικό κράτος, όπως αυτό αναπτύχθηκε στη Δυτική Ευρώπη στην πρώιμη μεταπολεμική περίοδο, έχει πάρει τόσο τεράστιες διαστάσεις που αποτελεί τροχοπέδη στην ανάπτυξη. Από αυτή την σκοπιά μια βασική προϋπόθεση για παραπέρα ανάπτυξη σήμερα είναι η μείωση της φορολογίας και η ριζική συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας που είναι ένας πατερναλιστικός μηχανισμός, ένας μηχανισμός που ενθαρρύνει τον κοινωνικό παρασιτισμό. Σχηματικά, η νεοφιλελεύθερη φόρμουλα είναι: μείωση της φορολογίας, συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους, αύξηση του παραγόμενου πλούτου και διάχυση του πλούτου προς τα κάτω μέσω των αυτόματων μηχανισμών της αγοράς (trickle down effect).
Το κύριο πρόβλημα με αυτή τη λύση είναι πως, αν όχι στη θεωρία τουλάχιστον στην πράξη, ο μηχανισμός της διάχυσης του πλούτου προς τους μη έχοντες δεν λειτουργεί. Οχι μόνο στο επίπεδο του κράτους – έθνους αλλά και στο παγκόσμιο επίπεδο τα αποτελέσματα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής πολιτικής είναι η ένταση των ανισοτήτων, η τερατώδης συγκέντρωση πλούτου στα χέρια ενός μικρού αριθμού κροίσων και η παραπέρα περιθωριοποίηση των οικονομικά αδύνατων τάξεων.

Η τρίτη λύση: ανακατανομή πόρων

Η τρίτη λύση στο σημερινό κοινωνικό αδιέξοδο υποστηρίζει όχι τόσο την αύξηση όσο τη ριζική ανακατανομή των κοινωνικών πόρων. Κατά αυτήν την άποψη, το κοινωνικό κράτος με τους πόρους που διαθέτει σήμερα θα μπορούσε να προσφέρει υψηλού επιπέδου κοινωνικές υπηρεσίες μόνο στα μη εύπορα κοινωνικά στρώματα. Αυτή η αντίληψη λαμβάνει σοβαρά υπόψη της πως, είτε μας αρέσει είτε όχι, ζούμε σε κοινωνίες ενταγμένες σε ένα παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα. Σε τέτοιες κοινωνίες η αρχή της καθολικότητας των παροχών, αντί να αμβλύνει το χάσμα μεταξύ πλουσίων και φτωχών, το εντείνει. Αυτό σημαίνει, όσον αφορά τις υπηρεσίες του κοινωνικού κράτους, όσο το δυνατόν λιγότερες δωρεάν υπηρεσίες στα εύπορα στρώματα, μερική βοήθεια στα μεσαία και πλήρη κάλυψη αναγκών των οικονομικά ευάλωτων στρωμάτων.
Για να δώσω ένα παράδειγμα στη χώρα μας, για ποιο λόγο η πανεπιστημιακή παιδεία να είναι δωρεάν όχι μόνο για τα παιδιά που προέρχονται από φτωχές οικογένειες αλλά και για αυτά των μεγαλογιατρών και μεγαλοδικηγόρων, παιδιά που, εκτός από όλα τα άλλα, έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να μπουν στο πανεπιστήμιο; Η εμμονή στις μη στοχευμένες καθολικές παροχές σε μια κοινωνία που είναι εξαιρετικά άνιση απλώς εντείνει τις ανισότητες. Μια προοδευτική στρατηγική πρέπει να προωθεί στοχευμένες και συγχρόνως γενναιόδωρες παροχές. Στοχευμένες στους μη έχοντες στους οποίους η πανεπιστημιακή παιδεία (πτυχιακή και μεταπτυχιακή) πρέπει να είναι πραγματικά δωρεάν. Δηλαδή οι παροχές να καλύπτουν όχι μόνο τα δίδακτρα αλλά και τα έξοδα διατροφής και κατοικίας.
Τέλος, με τις σημερινές ψηφιακές τεχνολογίες γίνεται πιο εύκολη η εφαρμογή της στοχευμένης καθολικότητας όχι μόνο στη δημόσια παιδεία αλλά και σε άλλους χώρους όπως σ’ αυτούς των φαρμάκων, του νερού, των συγκοινωνιών κ.τ.λ. Στη χώρα μας το κοινωνικό τιμολόγιο στο ηλεκτρικό ρεύμα για φτωχά νοικοκυριά είναι ένα βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.
Συμπερασματικά, σε κοινωνίες όπου ο νεοφιλελευθερισμός κυριαρχεί η αρχή της μη στοχευμένης καθολικότητας των παροχών εντείνει τις ανισότητες και οδηγεί στην παροχή υπηρεσιών μέτριας ή και κακής ποιότητας. Μόνο το ξεπέρασμα του νεοφιλελευθερισμού μπορεί να οδηγήσει ξανά, όπως στην «χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975), σε μια μη στοχευμένη καθολικότητα. Για τη στιγμή, η στοχευμένη καθολικότητα (ή όπως προτιμώ να αποκαλώ γενναιόδωρη επιλεκτικότητα) είναι και πιο δίκαιη και μπορεί να παρέχει ποιοτικές υπηρεσίες στους οικονομικά αδύνατους πολίτες.
Ο Νίκος Μουζέλης είναι ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας LSE

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία

«Επανάσταση» ως διαστροφή

«Επανάσταση» ως διαστροφή

Δεδομένο 1: Απαρχή αποδομήσεως της δημοκρατίας, η αναρχία. Οπως (και όσο) και αν αυτή εκδηλώνεται. Και χειρότερη εκδοχή της: η ανοχή της! Είτε σ’ επίπεδο κυβερνώντων. Είτε κι επί επιπέδου πολιτών. Οι πρώτοι περισσότερον, ως θεσμικοί διαχειριστές. Αρα και φύλακες. Οι δεύτεροι όχι πολύ λιγότερο. Καθώς οι πρώτοι δεν είναι παρά το αποτέλεσμα επιλογών των δεύτερων. Κι άλλωστε στο τέλος αυτοί «πληρώνουν το μάρμαρο». Γιατί ασφαλώς η αποδόμηση των δημοκρατικών πυλώνων, αποβαίνει αποσάθρωση των αναγκαίων κανόνων ομαλού εθνικού βίου. Και (αυτονοήτως) αφετηρία δεινών.
Δεδομένο 2: Ουσία του δημοκρατικού γίγνεσθαι, είναι η ευθύνη. Ως συνειδητή συμμετοχή. Κατ’ ακρίβειαν: Συνειδητή σύμπραξη. Με ό,τι αυτή σημαίνει. Και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Και για τους θεσμικούς οικονόμους της πολιτείας. Ως εντεταλμένους. Και για τους πολίτες. Ως φύσει εντολοδόχους. Κι αυτό μεταφράζεται σε κοινή αντίληψη των πολιτειακών κανόνων. Αν πρόκειται δηλαδή να υπάρχει ευνομούμενη πολιτεία. Κι επομένως διασφάλιση του – κατ’ Αριστοτέλην – «κοινού συμφέροντος».
Οπόταν: Εάν η ευθύνη είτε απουσιάζει, είτε είναι ανεπαρκής, απλώς η δημοκρατία εκπίπτει! Και αποβαίνει τελικά ρητορικό κέλυφος. Που επικαλύπτει το κενό στην καλύτερη περίπτωση, και τις ασύδοτες πρακτικές στην χειρότερη. Ως κακοήθης νεοπλασία εν υποτροπή. Κι αυτό ακριβώς είναι που ο διαχρονικός Αριστοτέλης προσδιορίζει (επιεικώς) ως «παρέκβαση». Ενώ η πλατωνική ευστοχία αποφαίνεται πως: «Η γαρ άγαν ελευθερία, έοικεν ουχ εις άλλο τι, ή εις άγαν δουλείαν μεταβάλλειν και ιδιώτη και πόλει».
«Αγαν ελευθερία» ως αβασάνιστη αντίληψη, ασύδοτη συμπεριφορά και αλόγιστη πρακτική. Που: Είτε παρακάμπτει κανόνες. Είτε περιφρονεί νόμους. Είτε καταργεί θεσμούς. Εν ονόματι της ελευθερίας, όπως την νοούν (και την ερμηνεύουν) κάποιες καχεκτικές μειοψηφίες. Κυρίως όμως «επαναστατικώ (δήθεν) δικαίω»! Με αυτό το «δίκαιο» να προσδιορίζεται από σύνδρομα ομάδων και η «επανάσταση» ν’ αποβαίνει αιχμή ενός ατάσθαλου ετσιθελισμού. Που όταν δεν επενεργεί με όρους φονικών μεθοδεύσεων (ως τρομοκρατία) εκδηλώνεται με παράπλευρες δράσεις, οι οποίες κινούνται στα όρια αμφιβόλου νομιμότητος και παρένθετης παρανομίας! Και το εν προκειμένω χειρότερο: Η περίεργη ανοχή! Και η άνευρη αντίδραση. Που όταν δεν αμνηστεύει, οπωσδήποτε σιτίζει την εκνομία! Και παρέχει περιθώρια (εάν όχι κάλυψη) αποθρασύνοντας τους φορείς τέτοιων ιδεοληπτικών στρεβλώσεων και κακέκτυπων φαντασιώσεων. Γι’ ανατροπές, που δεν έχουν ούτε σαφές περιεχόμενο, ούτε και ιδεολογικό ειρμό.
Η αλήθεια: Ολοι – και πρωταρχικά όσοι εντίμως συλλογίζονται – ξέρουν ότι έτσι ακριβώς είναι. Αυτό συμβαίνει. Και αυτό εισπράττεται, όποτε η ενεργητική αναρχία (ως άγαν ασυδοσία) εφορμά υπερβαίνοντας τα εσκαμμένα. Αυτοϊκανοποιούμενη με δικές της μεθέξεις, ανεξαρτήτως κόστους για όλους τους άλλους. Και τελικά το ίδιο το κράτος, που σε κάποιες εκδοχές του, εν πολλοίς καταργείται! Αφού υφίσταται την παρανομία, χωρίς να μπορεί (κι ενίοτε να θέλει) να εμπεδώσει τη νομιμότητα. Εμπεδούμενο τελικά (ως οφείλει) και το ίδιο. Σε περιβάλλον νομιμότητος και κλίμα σταθερότητος.
Οπως και πρόσφατα σ’ αυτές τις στήλες σημειώναμε: Αυτό δεν σημαίνει, ούτε πολιτική καταστολών ούτε και άσκηση βίας. Η οποία τελικά θα σίτιζε την ιδεοληπτική κακοβουλία. Και θα προσχηματοδοτούσε ασύδοτες επιλογές και ασύμμετρες ενέργειες. Το φρόνημα των πολιτών, είναι απολύτως ελεύθερο. Και οι προτιμησιακές ιδεολογικο-πολιτικές αντιλήψεις, όχι απλώς ανεκτές, αλλά κυριαρχικό στοιχείο του δημοκρατικού γίγνεσθαι. Ετσι που να καθιστά κάθε πολίτη κυρίαρχο. Σημαίνει όμως και αυτονόητα όρια. Οπως αυτά προσδιορίζονται από τις δημοκρατικές διαδικασίες. Ως θεματοφύλακες αξιακών αντιλήψεων και πρακτικών.

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία

Αποψη: Ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών – βιωσιμότητα χρέους

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 04.12.2017 : 02:13
Αποψη: Ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών – βιωσιμότητα χρέους
ΗΛΙΑΣ ΛΕΚΚΟΣ*

Η τυπική μεθοδολογία αξιολόγησης της βιωσιμότητας χρέους που έχει αναπτυχθεί από το ΔΝΤ και την ΕΚΤ είναι τουλάχιστον ελλιπής και πρέπει άμεσα να τροποποιηθεί, έτσι ώστε να αναγνωρίζει το γεγονός ότι σε οικονομίες ενταγμένες σε νομισματική ένωση το κριτήριο βιωσιμότητας του χρέους πρέπει να είναι διττό.

Κ​​αθώς πλησιάζουμε προς το ημερολογιακό τέλος του 3ου μνημονίου και η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζει περισσότερα σημάδια σταθεροποίησης, το επίκεντρο των συζητήσεων έχει αρχίσει να μετακινείται ολοένα και περισσότερο στη δομή και τη φύση της λεγόμενης «μεταμνημονιακής» εποχής. Βασικό χαρακτηριστικό αυτής της εποχής είναι από τη μια η δέσμευση της χώρας μας για συνέχιση της αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας (με νέα μέτρα 1,8 δισ. το 2018, 2,9 δισ. το 2019 και 2,5 δισ. το 2020) και ταυτόχρονης απουσίας ουσιαστικής χρηματοδοτικής στήριξης από πλευράς των θεσμών. Η αναπόφευκτη συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι η Ελλάδα καθίσταται συνεχώς και περισσότερο πιο υπεύθυνη για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της και της εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους.

Παρά το γεγονός ότι μπορούμε να κατανοήσουμε το πολιτικό σκεπτικό που υπαγορεύει έναν τέτοιο σχεδιασμό, πιστεύουμε ταυτόχρονα ότι αποτελεί ένα βασικό σχεδιαστικό σφάλμα του προγράμματος, το οποίο δημιουργεί τον κίνδυνο δημιουργίας μιας εξαιρετικά ιδιάζουσας και πρωτοεμφανιζόμενης «κρίσης ισοζυγίου εξωτερικών πληρωμών υπό καθεστώς νομισματικής ένωσης», η οποία δύναται να αποτελέσει σημαντική τροχοπέδη στην προσπάθεια του ελληνικού τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτήσει τα απαραίτητα επενδυτικά σχέδια προκειμένου η ελληνική οικονομία να εισέλθει σε μια σταθερή και αυτοτροφοδοτούμενη αναπτυξιακή τροχιά.

Κατά κανόνα, «κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών» λαμβάνουν χώρα στις αναδυόμενες οικονομίες σε περιπτώσεις όπου πρέπει να εξυπηρετηθεί συσσωρευμένο χρέος σε ξένο νόμισμα (κατά κανόνα με ρήτρα δολαρίου) χωρίς οι οικονομίες αυτές να μπορούν να δημιουργήσουν αντίστοιχα συναλλαγματικά αποθέματα μέσω εξωτερικού εμπορίου και χωρίς να μπορούν να δανειστούν από άλλες πηγές, έτσι ώστε να ανακυκλώσουν τις οφειλές τους. Χρησιμοποιώντας λίγο πιο τεχνική ορολογία, οι κρίσεις αυτές δημιουργούνται όταν εκροές από το ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών (εκροές για αποπληρωμή δανείων) δεν μπορούν να αντισταθμιστούν ούτε από εναλλακτικές εισροές του ίδιου ισοζυγίου (δηλαδή από νέο δανεισμό) αλλά ούτε και από εισροές από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (δηλαδή, από εξαγωγές).

Καθώς λοιπόν το συνολικό ισοζύγιο εξωτερικών πληρωμών πρέπει να είναι πάντα ισοσκελισμένο, η συνήθης κατάληξη αυτής της διαδικασίας είναι η ανάλωση των συναλλαγματικών διαθεσίμων των χωρών αυτών και η παρέμβαση διεθνών οργανισμών όπως το ΔΝΤ, για την ομαλή διευθέτηση των χρεών αυτών.

Η περίπτωση της Ελλάδας είναι ταυτόχρονα παρόμοια αλλά και πολύ διαφορετική από εκείνη μιας αναδυόμενης οικονομίας. Και η χώρα μας έχει συσσωρεύσει ένα σημαντικό ποσό εξωτερικού χρέους, ενώ παρουσιάζει και ένα οριακά ισοσκελισμένο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών. Εάν λοιπόν η Ελλάδα είχε νόμισμα διαφορετικό από το ευρώ, η προσπάθεια αποπληρωμής του χρέους θα οδηγούσε σε μια κλασσική εκδοχή της «κρίσης ισοζυγίου πληρωμών» που μόλις περιγράψαμε, όπου η εξυπηρέτηση του χρέους θα οδηγούσε σε ανάλωση και τελικά σε μηδενισμό των συναλλαγματικών αποθεμάτων σε ευρώ. Οπως όλοι όμως γνωρίζουμε, η Ελλάδα συμμετέχει σε μια νομισματική ένωση όπου και το χρέος είναι εκφρασμένο στο δικό της νόμισμα και τα «συναλλαγματικά διαθέσιμα» της χώρας ισούνται με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού τομέα, καθώς τα πάντα στην οικονομία αποτιμώνται σε όρους «ευρώ». Συνεπώς, η Ελλάδα δεν μπορεί εξ ορισμού να βρεθεί αντιμέτωπη με μια κλασική κρίση ισοζυγίου πληρωμών. Ωστόσο, καθώς έχουμε περάσει στην επόμενη φάση του προγράμματος όπου η χρηματοδότηση από τους θεσμούς υπολείπεται των αποπληρωμών και ο δανεισμός από τις διεθνείς αγορές έχει ακόμα συμβολικό χαρακτήρα, η ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας θα αρχίσει ολοένα και περισσότερο να επηρεάζεται από αυτή την ιδιότυπη συνθήκη που ονομάσαμε «κρίση ισοζυγίου πληρωμών υπό καθεστώς νομισματικής ένωσης».

Σε απλά ελληνικά αυτό σημαίνει ότι η αποπληρωμή του ελληνικού χρέους που δεν μπορεί να καλυφθεί από νέο δανεισμό (είτε από θεσμικούς παράγοντες είτε από διεθνείς επενδυτές) πρέπει να καλύπτεται μέσω μείωσης των περιουσιακών στοιχείων του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού τομέα, οδηγώντας σε συνεχή συμπίεση τη ρευστότητα της ελληνικής οικονομίας. Για όσους, δε, πιστεύουν ότι η παρούσα ανάλυση είναι είτε υπερβολική είτε καθαρά θεωρητική, θα ήθελα να τους επισημάνω ότι η διαδικασία αυτή της αποπληρωμής του χρέους μέσω ανάλωσης περιουσιακών στοιχείων είναι ήδη σε εξέλιξη, αρχής γενομένης από τα πιο άμεσα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία (που δεν είναι άλλα από τα χαρτονομίσματα και τα αμοιβαία κεφάλαια διαχείρισης διαθεσίμων) καθώς και από τα περιουσιακά στοιχεία μεγαλύτερης αξίας, όπως τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων.

Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι στο τραπεζικό σύστημα έχουν επιστρέψει χαρτονομίσματα ύψους 14 δισ., ενώ σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος έχουν ρευστοποιηθεί και αμοιβαία κεφάλαια εξωτερικού ύψους 8 δισ. ευρώ. Εναντι αυτής της ρευστότητας 22 δισ. και υπό καθεστώς capital controls, οι καταθέσεις έχουν αυξηθεί μόνο κατά 5 δισ. ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι έχει αρχίσει και διαμορφώνεται ένα δυσμενές ισοζύγιο ρευστότητας 1:4, δηλαδή προκειμένου να αυξηθούν οι καταθέσεις κατά 1 δισ., πρέπει άλλα περιουσιακά στοιχεία να μειωθούν κατά 4 δισ. Τμήμα αυτής της ανισορροπίας ρευστότητας οφείλεται στη διαδικασία απομόχλευσης της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο σημαντικό μέρος μπορεί να εξηγηθεί και από τη χρησιμοποίηση του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2016 και του 2017 για την αποπληρωμή εξωτερικού χρέους.

Εν κατακλείδι, η ανάλυση αυτή μας οδηγεί σε δύο συμπεράσματα. Πρώτον, ότι ο υφιστάμενος σχεδιασμός είναι άκρως προβληματικός καθώς οδηγεί σε μια συστηματική αποστράγγιση της ρευστότητας στην ελληνική οικονομία, γεγονός που θα γίνεται ολοένα και πιο έντονο με την πάροδο του χρόνου. Και δεύτερον, ότι η τυπική μεθοδολογία αξιολόγησης της βιωσιμότητας χρέους που έχει αναπτυχθεί από το ΔΝΤ και την ΕΚΤ είναι τουλάχιστον ελλιπής και πρέπει άμεσα να τροποποιηθεί έτσι ώστε να αναγνωρίζει το γεγονός ότι σε οικονομίες ενταγμένες σε νομισματική ένωση, το κριτήριο βιωσιμότητας του χρέους πρέπει να είναι διττό.

Το ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος όντως καθορίζει τη δυναμική εξέλιξη του χρέους σε βάθος χρόνου, αλλά είναι το εξωτερικό ισοζύγιο αυτό που προσδιορίζει το ύψος των ετήσιων αποπληρωμών χρέους καθώς οριοθετεί τη δυνατότητα της οικονομίας να αναχρηματοδοτεί τα τοκοχρεολύσια της μέσω άντλησης ρευστότητας από το εξωτερικό.

* Ο κ. Ηλίας Λεκκός είναι επικεφαλής Οικονομικής Ανάλυσης & Επενδυτικής Στρατηγικής της Τράπεζας Πειραιώς.

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία

Περικοπή στη φιλοδοξία του κράτους

ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΥΜΠΕΡΑΚΗ*
Περικοπή στη φιλοδοξία του κράτους

Η​​ συζήτηση πάνω σε τεχνικές λεπτομέρειες έχει κρύψει τη μεγάλη εικόνα. Στις πανεπιστημιακές εξετάσεις είναι οι εύστοχες ερωτήσεις που οδηγούν σε καλές απαντήσεις. Διότι αποφεύγεται η επίδειξη περιττών γνώσεων, αποκαλύπτεται η άγνοια, αποθαρρύνεται η αντιγραφή. Η πολιτική συζήτηση μεταξύ κομμάτων θυμίζει τις αμήχανες απαντήσεις μετρίων φοιτητριών σε κακοδιατυπωμένα θέματα. Οπου η ευσυνείδητη καθηγήτρια μπορεί μόνο να τους περάσει όλους ή να τους κόψει όλους. Και στις δύο περιπτώσεις ο σκοπός των εξετάσεων –να ξεχωρίσει τους καλούς– αποτυγχάνει.

Ποια, λοιπόν, είναι η άσκηση Πολιτικής Οικονομίας που διακρίνει την ήρα από το στάρι;

Εκφώνηση: Είστε κυβερνήτης χώρας με τεράστιο δημόσιο χρέος. Η πιθανότητα ουσιαστικής ελάφρυνσης περνάει από την επιβολή στον πληθυσμό 3,5% πρωτογενούς πλεονάσματος για πάνω από 5 χρόνια. Μπορείτε να αλλάξετε το μέγεθος του κράτους, να αλλάξετε τη φορολογία, ή και τα δύο. Τι επιλέγετε; (Μπορείτε να λάβετε σαν δεδομένο ότι η υπερφορολόγηση σκοτώνει την ανάπτυξη.)

Ανάπτυξη θέματος: Α. (Εις άτοπον απαγωγή): Εστω ότι διατηρούμε το μέγεθος του κράτους. Τότε 3,5% πλεόνασμα μπορεί να προκύψει μόνο με επιπλέον φορολογία. Αυτή σκοτώνει την ανάπτυξη. Δηλαδή επιβάλλοντας περισσότερους (ποσοστιαία) φόρους στους ίδιους ανθρώπους, τους ωθείς να περιορίσουν την οικονομική τους δραστηριότητα, να μετακομίσουν στη Βουλγαρία κοκ. Μετά τους πρώτους μήνες σοκ, διαπιστώνεις ότι τα φορολογικά έσοδα έχουν μειωθεί. Τότε επιβάλλεις ακόμη περισσότερους φόρους. Αλλά και αυτοί, μετά την αρχική προσαρμογή, οδηγούν σε μείωση των συνολικών εσόδων. Οπότε, πάλι από την αρχή. Αν αυτό ισχύει στον χρόνο i=t και στο i=t+1, τότε γενικεύεται στο ν. Το ΑΕΠ τείνει στο μηδέν.

(Απορία: Αν το κατάλαβα εγώ, γιατί δεν το καταλαβαίνουν τα πολιτικά κόμματα που διαθέτουν ανθρώπους έξυπνους, «μάγκες» και επιστήμονες; Πιθανή εξήγηση: Ο πολιτικός κύκλος: Καθώς κάθε αύξηση φορολογίας οδηγεί σε παροδική αύξηση εσόδων, αυτό επιτρέπει στον καθένα πολιτικό να ελπίζει ότι τον επόμενο γύρο θα τον αναλάβει άλλος – μετά τις εκλογές. Αρα δεν πειράζει. Ομως αλλεπάλληλες εκλογές επιταχύνουν τον στροβιλισμό.)

Β. (Κυρίως θέμα). Αν θέλουμε να αποφύγουμε τα παραπάνω, μπορούμε να μειώσουμε το μέγεθος του κράτους. Τότε το ίδιο πρωτογενές πλεόνασμα προκύπτει με διατήρηση των φόρων εκεί που είναι, ίσως δε και με μείωσή τους. Πράγματι, όσοι δεν υποστηρίζουν αύξηση φορολογίας, υποστηρίζουν μεταρρυθμίσεις για αποτελεσματικό κράτος (αορίστως).

Αρκεί η αόριστη επίκληση μεταρρυθμίσεων ή χρειάζεται κάτι επιπλέον; Κατά σειράν δημοφιλίας:

1. Καταπολέμηση σπατάλης: λιγότερα υπουργικά αυτοκίνητα, λιγότερα και οικονομικότερα ταξίδια στο εξωτερικό. Αυτό όμως θα ισοδυναμούσε με 3,5% του ΑΕΠ, μόνο αν το ΑΕΠ συρρικνωθεί πολύ περισσότερο.

2. Αποτροπή νέων δαπανών, αφού εκεί δεν διατυπώνονται αντιρρήσεις. Ομως: παγώνοντας προσλήψεις μειώνεται το κράτος εκεί όπου χρειάζεται περισσότερο. Αποτρέποντας επενδύσεις μειώνεται το ΑΕΠ και άλλο.

3. Περικοπή στην τύχη και λίγο από όλα. Τότε, όμως, όλα πάνε προς το χειρότερο.

4. Τελευταία η πιο διαδεδομένη λύση: πολλή κουβέντα για μικρότερο κράτος, λίγες προτάσεις για το πώς αυτό επιτυγχάνεται. Αυτό επιτρέπει στον καθένα να λέει ότι θα μειώσει το κράτος – αλλά γενικώς και «αλλού». Η μόνη ουσιαστική λύση είναι να περικοπεί η φιλοδοξία του κράτους. Να προσπαθεί να κάνει λιγότερα πράγματα, κάνοντας το καθένα από αυτά καλύτερα. Η επιλογή «Λίγο από όλα» (α) μπλοκάρει ακόμη και αυτά που θα έκαναν αποτελεσματικά άλλοι. (β) η κακή ποιότητα κρατικών υπηρεσιών προσφέρει άλλοθι στη φοροδιαφυγή.

Το μικρότερο κράτος είναι αποτελεσματικό – εκεί που μετράει. Αν δεν μπορεί να κάνει όπως πρέπει, τότε αφήνει τους άλλους να προσπαθήσουν.

Γ. (Συμπέρασμα). Η λύση στο πρόβλημα της υπερχρεωμένης χώρας είναι ένα κράτος που περιορίζει τις δουλειές που αναλαμβάνει, προκειμένου να τις κάνει καλύτερα. Η διαπίστωση δεν είναι μόνο θεωρητική, απαιτεί εξειδίκευση.

Ετσι, είναι ορθό ότι χρειάζεται εκσυγχρονισμός. Είναι εξίσου ορθό ότι χρειάζεται επανίδρυση του κράτους. Και για τα δύο, όμως, απαιτούνται τέσσερις επιλογές:

1. Απλές διαδικασίες, λίγες εξαιρέσεις = λιγότερα υπουργεία, λιγότεροι υπάλληλοι.

2. Λίγοι και απλοί φόροι = δικαιοσύνη στην εφαρμογή / αποτελεσματικότητα στην είσπραξη

3. Το κράτος δεν παράγει, ρυθμίζει.

4. Το κράτος δεν είναι επιχειρηματίας.

Επτά χρόνια κρίσης θα έπρεπε να είχαν αναδείξει τη μεγάλη εικόνα: Χρειαζόμαστε ένα λιγότερο φιλόδοξο, αλλά περισσότερο σοβαρό κράτος. Αντ’ αυτού, επιμένουμε σε ένα φλύαρο, ασόβαρο κράτος. Αλλη μια κληρονομιά του πολιτικού μας συστήματος.

*Η κ. Αντιγόνη Λυμπεράκη είναι καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία

Η «κοινωνική παγίδα» της Ελλάδας

KEVIN FEATHERSTONE*
Η «κοινωνική παγίδα» της Ελλάδας
ΠΟΛΙΤΙΚΗ 21.02.2016
Τ​​ώρα στον έβδομο χρόνο της οικονομικής κρίσης η Ελλάδα βρίσκεται πιο κοντά στο να σπάσει τους δεσμούς με τις παλαιές αδυναμίες και τους περιορισμούς της; Οι κρίσεις από τη φύση τους κλονίζουν τα συστήματα και οδηγούν τις κοινωνίες σε νέες πορείες. Οι πολιτικές αναταραχές του 2015 σίγουρα φανέρωσαν την απόρριψη για εκείνους που κυβέρνησαν τη χώρα τα προηγούμενα χρόνια. Επομένως, με ποιους τρόπους προχωράει η ελληνική κοινωνία, απαλλαγμένη πλέον από ένα «αποτυχημένο» παρελθόν;

Παρά τους πολλούς λόγους για τους οποίους μπορεί κανείς να αγαπάει την Ελλάδα, μου φαίνεται ότι εδώ και πολύ καιρό η χώρα πάσχει από ένα πρόβλημα που πηγάζει από τις κοινωνικές παραδόσεις και τον κοινωνικό χαρακτήρα της. Αυτές οι παραδόσεις μπορούν να επισημανθούν γρήγορα και δεν πρέπει να αποτελούν έκπληξη: η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ πολίτη και δημοσίων θεσμών· η διάχυτη καχυποψία και συχνά η διαφθορά, οι πελατειακές σχέσεις και ο νεποτισμός· και τα υψηλά επίπεδα ανισότητας που ενισχύουν τις δύο προηγούμενες κατηγορίες. Αυτά είναι τα είδη των συνθηκών που ο Bo Rothstein (Πανεπιστήμιο του Γκέτεμποργκ) ορίζει ως συστατικά μιας «κοινωνικής παγίδας». Οι κοινωνίες βρίσκονται σε φαύλο κύκλο: οι δυνάμεις της συνέχειας είναι μεγαλύτερες από αυτές που επιδιώκουν «να σπάσουν τα δεσμά» του παρελθόντος. Το σημείο ισορροπίας βρίσκεται χαμηλά.

Αν η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι «το κλειδί», τότε οι μελέτες του Rothstein σχετικά με τις κοινωνίες ανά τον κόσμο τον οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο βασικός λόγος απόκλισης μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων κοινωνικής εμπιστοσύνης βρίσκεται στους δημόσιους θεσμούς που είναι υπεύθυνοι για την εφαρμογή των δημοσίων πολιτικών. Ο πολίτης παίρνει το σήμα από τον τρόπο με τον οποίο οι κυβερνητικοί θεσμοί λειτουργούν στις καθημερινές επαφές μαζί του. Ομοίως, οι ίδιοι αυτοί θεσμοί χρησιμοποιούν τις νόρμες και τις πρακτικές της ευρύτερης κοινωνίας, μη όντας αποκομμένοι από αυτήν. Οπως ο κ. Πάγκαλος κοινώς είπε: «Μαζί τα φάγαμε». Οι πελατειακές σχέσεις και η διαφθορά δεν λειτουργούν χωρίς η υπόλοιπη κοινωνία να προσελκύεται και να ενισχύει και τα δύο αυτά είδη δράσης. Ή, όπως το θέτει ο Rothstein, η ποιότητα των κυβερνητικών θεσμών και της πολιτικής ζωής γενικότερα είναι ταυτόχρονα και σύμπτωμα και αιτία της έλλειψης κοινωνικής εμπιστοσύνης. Δυσλειτουργικοί δημόσιοι θεσμοί παράγουν αυτό που συχνά ορίζεται ως χαμηλό «κοινωνικό κεφάλαιο».

Επομένως, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, έχει δείξει η Ελλάδα σημάδια απελευθέρωσης από αυτήν την «κοινωνική παγίδα»; Και ποιος ηγείται της προσπάθειας για μια τέτοια αλλαγή;

Τα στοιχεία δείχνουν ότι κάθε ένα από τα μακροχρόνια χαρακτηριστικά έχουν επιδεινωθεί: η εμπιστοσύνη είναι χαμηλότερη απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο της μεταπολίτευσης· η διαφθορά, οι πελατειακές σχέσεις και ο νεποτισμός είναι ακόμα ριζωμένα στο σύστημα· και οι ανισότητες έχουν εκτροχιαστεί μέσα στην οικονομική αναταραχή. Η πραγματικότητα είναι ότι η «κοινωνική παγίδα» κάνει την Ελλάδα επιρρεπή στον λαϊκισμό που λειτουργεί ως ελκυστική στρατηγική.

Οι παλαιοί ηγέτες στηλιτεύτηκαν ως φορείς της «κλεπτοκρατίας» και ο λαός στο Σύνταγμα ήθελε να τους κρεμάσει. Κανείς δεν εμπιστευόταν κανέναν πια. Η διάσωση θα ερχόταν από μια νέα πολιτική δύναμη, με έναν νέο, φρέσκο, άσπιλο ηγέτη. Οι Ελληνες «κατανάλωσαν» χαρισματική ικανότητα, όχι για πρώτη φορά.

Αλλά ο τροχός συνεχίζει να γυρίζει. Η υπόσχεση ότι η λιτότητα θα τελειώσει έπεσε στο κενό. Η στρατηγική που βασίστηκε στο «παιχνίδι του δειλού» (“game of chicken»), του Βαρουφάκη, δημιούργησε έναν εθνικό εφιάλτη: μιαν ευφάνταστη επιθυμία, ιδανική για ένα διάσημο βιβλίο, αλλά μια πραγματικότητα οικονομικής οπισθοδρόμησης για τη χώρα. Το τρίτο μνημόνιο δέσμευσε την Ελλάδα σε ακόμα περισσότερο κοινωνικό και οικονομικό πόνο. Οι νέες διαμαρτυρίες για τις συντάξεις έχουν στον πυρήνα τους ένα αίσθημα που αφορά τις αθετημένες υποσχέσεις, ένα αίσθημα απογοήτευσης. Αν το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ αποτύχει το 2016, ένα ολόκληρο τμήμα της κοινωνίας θα χάσει την εμπιστοσύνη του στην ικανότητα του συστήματος να ανταποκριθεί στις προκλήσεις.

Την ίδια στιγμή, η εικόνα φρεσκάδας γύρω από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ξεθωριάζει. Τα αποτελέσματα όσον αφορά το σαρωτικό καθάρισμα και την αντιμετώπιση των πελατειακών σχέσεων και του νεποτισμού επιδέχονται αμφισβήτησης. Με τις οικονομικές συμφορές να συνεχίζονται, η κοινή γνώμη είναι ικανή όλο και περισσότερο να τα συσχετίσει με εκείνα των προκατόχων τους – μια πολιτική επιχειρηματολογία γύρω από τη φράση «όλοι το ίδιο είναι». Η μόνη καθυστέρηση θα εξαρτηθεί από τη διάθεση του κοινού να παραδεχτεί ότι λανθασμένα αρχικά πίστεψε στις υποσχέσεις.

Η «κοινωνική παγίδα» μπορεί να εξαλειφθεί μόνο από μια ευρύτερη δύναμη, που περιλαμβάνει όχι μόνο πολιτική δράση, αλλά και την κοινωνία των πολιτών, καθώς και την οικονομία. Πρέπει να δημιουργηθεί ένα διαφορετικό πλαίσιο για πολιτική συζήτηση, με σοβαρές εναλλακτικές δομές που θα έχουν αναπτυχθεί, για παράδειγμα, από ανεξάρτητα επιστημονικά επιτελεία (think tanks) με επαρκείς πόρους. Επιπλέον, έχω σοβαρές αμφιβολίες ότι μια αποφασιστική ρήξη μπορεί να γίνει από την Ελλάδα, ενεργώντας μόνη της, με μια πίεση από κάτω προς τα πάνω. Η κρίση έχει φέρει την Ευρωπαϊκή Ενωση στην Ελλάδα, όπως ποτέ πριν. Η ίδια η Ε.Ε. έχει υποχρέωση να ακολουθήσει μια «έξυπνη» στρατηγική που προσφέρει ελπίδα και που εξουσιοδοτεί εκείνους που θα αναλάβουν να φέρουν εις πέρας την πραγματική οικονομική και κοινωνική αλλαγή. Αυτό θα προϋπέθετε σημαντική μετατόπιση του προσανατολισμού από το σώμα, που δεν επιτρέπεται πλέον να αναφέρουμε ως «τρόικα».

Η πραγματική παθογένεια από την οποία η Ελλάδα οφείλει να ξεφύγει, και βρίσκεται βαθύτερα από τους οικονομικούς δείκτες της κρίσης, είναι η «κοινωνική της παγίδα». Μόνο τότε μπορεί να προκύψει η οικονομική «διάσωση» και να ληφθούν σοβαρές αποφάσεις. Δυστυχώς, αυτή η παγίδα δεν έχει καλυφθεί τα τελευταία χρόνια.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών στο London School of Economics. Θα μιλήσει για το θέμα αυτού του άρθρου στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, την Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου.

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία
  • Stay Connected