Άρθρα

Το άχθος του μη βιώσιμου χρέους;

03.04.2016

Τ​​ο πρόβλημα της διαχείρισης της ελληνικής περίπτωσης δεν αφορά μόνο το κεντρικό ζήτημα της ανάκαμψης της οικονομίας. Αφορά, επίσης, το πώς αυτό περιπλέκεται με το ζήτημα της αντιμετώπισης από τους πιστωτές και τις αγορές του δημοσίου χρέους. Δεν είναι μόνο το ότι η ελληνική κυβέρνηση αλλά και γενικώς παράγοντες του δημοσίου βίου το αντιμετωπίζουν ως δυσεπίλυτο πρόβλημα που κρατά σε ομηρία την ελληνική οικονομία και υπονομεύει την ανάκαμψή της στο άμεσο μέλλον. Είναι ότι συγκεκριμένος πιστωτής, το ΔΝΤ, για δικούς του, ως φαίνεται, λόγους επιμένει να πιέζει την Ευρώπη στην κατεύθυνση της περαιτέρω ελάφρυνσης, υπονοώντας ότι διαφορετικά δεν θα μετέχει στο νέο πρόγραμμα.

Πάντως, οι ψυχροί αριθμοί δεν δείχνουν προς την κατεύθυνση αυτή. Θέλω να τονίσω με έμφαση ότι η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται προφανώς από τον ρυθμό μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ και ότι, προδήλως, εάν η οικονομία δεν ανακάμψει σύντομα, φυσικά κάθε μέγεθος χρέους μπορεί να καταστεί μη βιώσιμο. Αυτό όμως που είναι σημαντικό και κρίσιμο σε μια μη δυναμική ανάλυση είναι αυτό που ονομάζουμε «εξυπηρέτηση του χρέους». Αυτό εξαρτάται από τη μέση ωρίμανση του χρέους, το μέσο ονομαστικό επιτόκιο εξυπηρέτησης σε συνάρτηση με το ονομαστικό ΑΕΠ (snowball effect), το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα, καθώς και γενικότερα την πρόσβαση της χώρας στις αγορές.

Πράγματι το συνολικό ποσό δανειοδότησης της χώρας είναι άνευ προηγουμένου. 237,3 δισ. ευρώ έχουν εκταμιευτεί μέχρι τον Δεκέμβριο του 2015, ενώ με την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος το 2018, το ποσό θα φτάσει τα 302 δισ. περίπου (αφαιρουμένου ενός ποσού που θα έχει αποπληρωθεί περίπου 23 δισ., σύνολο περίπου 279 δισ. ευρώ). Στο ποσό αυτό δεν συμπεριλαμβάνεται ο λεγόμενος ELA προς τις τράπεζες. Μερικοί θα σπεύσουν να δημαγωγήσουν λέγοντας ότι τα χρήματα αυτά απλώς αποπληρώνουν τους αλλοδαπούς κατόχους ομολόγων, αλλά τα στοιχεία δείχνουν ότι πρώτον ο δημόσιος προϋπολογισμός έχει χρηματοδοτηθεί με περίπου 60 δισ. μέσα από τα τρία προγράμματα, ενώ σε σημαντικό βαθμό η δανειοδότηση αφορά στην ουσία ανταλλαγή ομολόγων διαφορετικής λήξης με χαμηλότερο επιτόκιο. Ενας πρώτος υπολογισμός που έχουν κάνει οι Rogoff-Bulow (2015) δείχνει ότι χάρις στο «κούρεμα χρέους» του 2012, οι καθαρές εισροές κεφαλαίων στη χώρα ανήλθαν στα 91 δισ. ευρώ, 2010-13. Χρήματα φεύγουν από τη χώρα μόνο όταν δεν υπάρχει συμφωνία και δεν εφαρμόζουμε τα συμφωνηθέντα, όπως το 2014 και 2015.

Να καταλάβουμε κάποτε ότι οι μισθοί και τα λεφτά στο στρώμα είναι δανεικά.

Τώρα θα πουν κάποιοι, ωραία, αλλά τα λεφτά αυτά πώς θα πληρωθούν; Θα μπορούσαμε να δώσουμε την απάντηση του Κέινς στην μπαλαρίνα σύζυγό του, όταν του ζήτησε να μάθει πότε επιτέλους θα πληρώσει το προσωπικό του χρέος. Ποτέ, απήντησε.

Ας είμαστε συγκεκριμένοι όμως. Η χώρα έχει εξασφαλισμένη χρηματοδότηση μέχρι και το 2018. Αντιθέτως, η Πορτογαλία πρέπει να βρει 60 δισ. και η Ιρλανδία 53 δισ. Η Ελλάδα έχει μέση εξυπηρέτηση του χρέους έως και το 2018, περίπου 27 δισ. Η Πορτογαλία 60 δισ.! Τα επόμενα δέκα χρόνια η Ελλάδα έχει μέσο επιτόκιο εξυπηρέτησης 2,5%, η Πορτογαλία 4,5%, η Ιταλία 4%. Τα ελληνικά χρέη είναι μακρινά, μέση ωρίμανση περίπου 18 έτη. Καμία σύγκριση με τις μονοψήφιες ωριμάνσεις χωρών όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία. Σε κάθε περίπτωση, μας ενδιαφέρει η παρούσα αξία του χρέους και όχι η μελλοντική ονομαστική αξία (Kazarian & Pelagidis 2015).

Η δημαγωγική και αυτοκαταστροφική πολιτική ορισμένων –η «εσωτερική τρόικα» θα λέγαμε;– επενδύει στην ιδέα ότι το μακρινό χρέος καταστρέφει το μέλλον των παιδιών μας. Απαντώ. Ακριβώς το ανάποδο.

Προστατεύει το μέλλον των παιδιών μας. Μπορεί κανείς να φανταστεί πώς θα ήταν σήμερα η χώρα χωρίς όλα αυτά τα χρήματα; Αντιθέτως, όταν όλοι μαζί κλαυθμυρίζουμε ότι το χρέος είναι μη βιώσιμο, ενώ είμαστε άσχετοι επί του θέματος και απλώς ακολουθούμε τον συρμό ή πονηροί, υπονομεύουμε τις τιμές των περιουσιακών στοιχείων (μας), καθώς η ζήτηση υποχωρεί, τα ξένα κεφάλαια επένδυσης απέχουν, καθώς το ασφάλιστρο κινδύνου είναι στον ουρανό. Εάν οι τιμές είναι χαμηλές και η δαπάνη περιορισμένη, το ΑΕΠ είναι στάσιμο, η απασχόληση περιορισμένη, το πρωτογενές πλεόνασμα υφεσιακό, ενώ μεγάλη ζημιά γίνεται και με τα περιουσιακά στοιχεία των επιχειρήσεων και τις υποθήκες και την αξία των περιουσιακών στοιχείων των τραπεζών από την ΕΚΤ. Δηλαδή, να το πούμε ωμά. Το μέλλον των παιδιών υπονομεύεται, η χώρα φτωχοποιείται, τα περιουσιακά στοιχεία της υποτιμώνται και πωλούνται σε τιμή ευκαιρίας και τα κεφάλαια αντί να έρθουν, φεύγουν. Οι μελέτες δείχνουν (Bruegel) ότι εφόσον η χώρα κάνει τις αλλαγές που θα ωφελήσουν τους πολλούς και το μέλλον των παιδιών της, η υποχρέωση των εταίρων μας από τη συμφωνία του 2012 για μικρή εξομάλυνση της «διαφοράς επιτοκίων» και μια επέκταση κατά δέκα έτη των ευρωπαϊκών δανείων μπορεί να μας δώσει ελάφρυνση άλλα 35 δισ. για τα επόμενα 40+10 χρόνια. Δηλαδή μερικά μόνο εκατοντάδες εκατομμύρια ανά έτος, μετά το 2022. Η χώρα πνίγεται από την απουσία ρευστότητας και για να αντιμετωπιστεί αυτό χρειάζονται νέα δημόσια και ιδιωτικά δανεικά, δηλαδή επενδύσεις. Εκτός κι αν οι επενδύσεις αποτελούν πολιτικό κόστος για ορισμένους.

ΥΓ.: Οταν έχουμε να κάνουμε με τέτοια ποσά, αδυνατώ πραγματικά να καταλάβω την εμμονή για τη λήψη μέτρων ολίγων δισ. μέσα από αυτήν την αυτοκτονική για τη χώρα φορολογική επιδρομή. Η όποια συζήτηση στο Χίλτον είναι σε εντελώς λάθος βάση.

Θοδωρής Πελαγίδης (Καθημερινή)

Posted by ΜΙΧΑΗΛ ΓΙΑΝΝΟΥΡΗΣ  |  0 Comment  |  in Χωρίς κατηγορία
  • Stay Connected